Το πολιτικό υποκείμενο στο ψυχόδραμα της εξουσίας

Η ανάγκη προστασίας, η εξάρτηση και το ασυνείδητο της πολιτικής σχέσης.

Στην ελληνική πολιτική ζωή, ο δεσμός με την εξουσία σπάνια οργανώνεται μόνο γύρω από προγράμματα, θεσμούς ή ιδεολογικές επιλογές. Κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής αντιπαράθεσης, συχνά διαμορφώνεται μια βαθύτερη δυναμική — ένας κύκλος προσδοκίας, προστασίας, εξάρτησης και ματαίωσης που επανέρχεται διαρκώς, ακόμη και όταν αλλάζουν τα πρόσωπα ή οι πολιτικοί συσχετισμοί.

Η ελληνική πολιτική κουλτούρα οργανώνεται συχνά όχι μόνο γύρω από ιδεολογίες και θεσμούς, αλλά και γύρω από βαθύτερες ανάγκες προστασίας, αναγνώρισης και εξάρτησης.

Ο πολιτικός δεν βιώνεται μόνο ως διαχειριστής εξουσίας. Μπορεί να επενδύεται φαντασιακά ως μορφή σταθερότητας, φροντίδας ή προστασίας απέναντι σε μια πραγματικότητα που βιώνεται ασταθής και απειλητική. Και ο πολίτης, αντίστοιχα, δεν σχετίζεται μόνο ως ορθολογικός ψηφοφόρος, αλλά και ως υποκείμενο που αναζητά αναγνώριση, ασφάλεια και θέση μέσα σε έναν δεσμό εξάρτησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσεται και η ανάγκη για εξατομικευμένη εύνοια — το γνωστό «βόλεμα», το «μέσον», η προσδοκία μιας προσωπικής εξαίρεσης από τον κανόνα. Η αναζήτηση οφέλους δεν αφορά μόνο μια πρακτική διευκόλυνση. Συνδέεται συχνά με την ανάγκη διατήρησης μιας θέσης μέσα σε έναν προστατευτικό κύκλο σχέσεων, εκεί όπου η θεσμική αβεβαιότητα υποκαθίσταται από την προσωπική διαμεσολάβηση.

Παρότι αυτή η λογική καταγγέλλεται δημόσια ως παθολογική ή πελατειακή, επιβιώνει ακριβώς επειδή δεν οργανώνεται μόνο πολιτικά, αλλά και ψυχικά.

Ο πολίτης δεν αναζητά απλώς εξυπηρέτηση. Αναζητά συχνά μια μορφή προστασίας απέναντι στην αβεβαιότητα, μια υπόσχεση ότι κάποιος θα αναλάβει την ευθύνη εκεί όπου ο ίδιος αισθάνεται εκτεθειμένος. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, αυτή η ανάγκη μπορεί να ιδωθεί ως δυσκολία αποδοχής του κόστους που συνεπάγεται η είσοδος στο πεδίο της ευθύνης, του νόμου και της έλλειψης.

Η λογική αυτή δεν περιορίζεται στη σχέση πολιτικού και ψηφοφόρου. Διαχέεται στον κοινωνικό ιστό μέσα από τη συνεχή αναζήτηση γνωριμιών, διαμεσολαβήσεων και μικρών εξαιρέσεων από τον κανόνα. Η διευκόλυνση βιώνεται έτσι συχνά όχι ως σύμπτωμα θεσμικής αδυναμίας, αλλά σχεδόν ως φυσιολογικό δικαίωμα συμμετοχής σε ένα δίκτυο προστασίας.

Κάπου εκεί, όμως, η εξάρτηση αρχίζει να αποκτά έναν πιο σύνθετο χαρακτήρα.

Η πολιτική δυναμική οργανώνεται συχνά σαν οικογενειακό ψυχόδραμα. Η εξουσία εμφανίζεται άλλοτε ως αυστηρή και τιμωρητική, άλλοτε ως επιεικής και προστατευτική. Υπόσχεται φροντίδα, ζητά υπακοή, απογοητεύει, επανέρχεται και τελικά διατηρεί τη θέση της ακόμη και μέσα από τη διάψευση.

Ο πολίτης κινείται συχνά ανάμεσα στην αγανάκτηση και στη συνενοχή. Μπορεί να καταγγέλλει την εξουσία και ταυτόχρονα να συνεχίζει να επιθυμεί μια προσωπική εξαίρεση από τον κανόνα που απορρίπτει. Να απορρίπτει το σύστημα σε επίπεδο λόγου, αλλά να παραμένει δεμένος με την ελπίδα μιας μελλοντικής προστασίας ή αποκατάστασης.

Έτσι, ακόμη και όταν αλλάζουν κυβερνήσεις, πρόσωπα ή πολιτικοί συσχετισμοί, ο ίδιος κύκλος προσδοκίας και ματαίωσης συχνά επανέρχεται.

Αυτό ίσως εξηγεί γιατί ορισμένες πολιτικές μορφές διατηρούν την επιρροή τους ακόμη και όταν έχουν επανειλημμένα διαψεύσει τις υποσχέσεις τους. Ο δεσμός με την εξουσία δεν οργανώνεται μόνο γύρω από την αποτελεσματικότητα ή την πολιτική αξιολόγηση, αλλά και γύρω από μια βαθύτερη φαντασίωση: ότι κάπου υπάρχει ακόμη μια μορφή που θα μπορέσει να μειώσει την αβεβαιότητα, να αποκαταστήσει την αδικία ή να αναλάβει την ευθύνη της πραγματικότητας για λογαριασμό του υποκειμένου.

Ίσως γι’ αυτό τέτοιες μορφές εξάρτησης δεν περιορίζονται μόνο στην ελληνική πραγματικότητα, αλλά εμφανίζονται με διαφορετικούς τρόπους σε πολλές σύγχρονες μορφές πολιτικής ζωής, ιδιαίτερα σε περιόδους κοινωνικής ανασφάλειας και κρίσης νοήματος.

Και ίσως ακριβώς εκεί να εμφανίζεται μια από τις πιο επίμονες αντιφάσεις της πολιτικής ζωής: η διαρκής απαίτηση αλλαγής, μαζί με μια εξίσου ισχυρή δυσκολία πραγματικής ρήξης με τις μορφές εξάρτησης που οργανώνουν τη σχέση με την εξουσία.

Η ψυχαναλυτική ανάγνωση δεν επιχειρεί να παθολογικοποιήσει την πολιτική ζωή ούτε να μετατρέψει την κοινωνική πραγματικότητα σε κλινική διάγνωση. Ωστόσο, επιτρέπει να φωτιστεί κάτι κρίσιμο: ότι η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο μέσα από θεσμούς και αποφάσεις, αλλά και μέσα από ασυνείδητες επενδύσεις, φαντασιώσεις προστασίας και επαναληπτικούς δεσμούς εξάρτησης.

Ίσως τελικά η πολιτική ωρίμανση να μην αφορά μόνο τη θεσμική αλλαγή ή την εναλλαγή προσώπων στην εξουσία. Ίσως να απαιτεί και μια βαθύτερη ψυχική μετατόπιση: μεγαλύτερη ανοχή στην ευθύνη, στην αβεβαιότητα και στην απώλεια της φαντασίωσης ότι κάποιος άλλος μπορεί τελικά να αναλάβει την ευθύνη της πραγματικότητας για λογαριασμό μας.

 

Σχετικά Άρθρα

Share your love