Το Σύμπτωμα ως Νέα Κανονικότητα της Εποχής

Το σύγχρονο υποκείμενο ανάμεσα στο τραύμα, την απαίτηση απόδοσης και την αδυναμία πένθους

Η ψυχική κόπωση έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές εμπειρίες της σύγχρονης εποχής. Ζούμε σε μια εποχή όπου η καταστροφή παύει σταδιακά να βιώνεται ως εξαίρεση και μετατρέπεται σε στοιχείο της καθημερινότητας.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται με εκατομμύρια εκτοπισμένους. Η Γάζα έχει μετατραπεί σε ένα σχεδόν αδιανόητο τοπίο πόνου και απώλειας. Πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμοί και κοινωνικές καταστροφές επανέρχονται διαρκώς ως εικόνες μιας νέας κανονικότητας. Τα Τέμπη, η Θεσσαλία, το Μάτι, η πανδημία, η διαρκής οικονομική ανασφάλεια, συγκροτούν ένα συλλογικό ψυχικό τοπίο όπου το υποκείμενο καλείται συνεχώς να προσαρμόζεται, να αντέχει και να συνεχίζει.

Και όμως, όσο αυξάνονται οι αναφορές στην ψυχική υγεία, τόσο μοιάζει να δυσκολευόμαστε να αναγνωρίσουμε ότι η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα παράγει καθημερινά τραύμα, αποδιοργάνωση και ψυχική εξάντληση.

Αλλά πόσο μπορεί τελικά να αντέξει ένα υποκείμενο;

Μήπως οι κρίσεις πανικού, η αϋπνία, η συναισθηματική εξάντληση, η κατάθλιψη και το αίσθημα ότι «δεν αντέχω άλλο» δεν αποτελούν μόνο ατομικές δυσκολίες αλλά μορφές ενός συλλογικού συμπτώματος;

Και μήπως το ίδιο το σύμπτωμα έχει αρχίσει πλέον να λειτουργεί ως η πιο συνεπής γλώσσα της εποχής;

Η ψυχική δυσφορία μοιάζει πλέον να εγκαθίσταται στον πυρήνα της ίδιας της κοινωνικής κανονικότητας. Το άγχος, το burnout,  η ψυχική κόπωση και η διαρκής υπερδιέγερση παρουσιάζονται σχεδόν ως αναμενόμενες συνέπειες ενός κόσμου που απαιτεί από το υποκείμενο να είναι διαρκώς λειτουργικό, διαθέσιμο, παραγωγικό και ψυχικά ανθεκτικό.

Οι έρευνες των τελευταίων ετών καταγράφουν σταθερή αύξηση της ψυχολογικής δυσφορίας, ιδιαίτερα στους νέους και στους εφήβους. Συμπτώματα άγχους, αυτοτραυματισμοί, καταθλιπτικές εκδηλώσεις και αίσθημα ματαίωσης εμφανίζονται με αυξανόμενη συχνότητα.

Και όμως, ακόμη και μπροστά σε αυτήν τη συλλογική εξάντληση, το σύγχρονο υποκείμενο συνεχίζει να βομβαρδίζεται από μια νέα προσταγή:
να αντέχει.

Να προσαρμόζεται.
Να αυτοβελτιώνεται.
Να διαχειρίζεται το άγχος του.
Να παραμένει λειτουργικό ακόμη και μέσα στην καταστροφή.

Το σύγχρονο Υπερεγώ δεν απαγορεύει πλέον κυρίως. Απαιτεί.

Απαιτεί:
να απολαμβάνεις,
να εξελίσσεσαι,
να αποδίδεις,
να παραμένεις ψυχικά ισορροπημένος ακόμη και σε συνθήκες διαρκούς απορρύθμισης.

Το υποκείμενο καλείται να ταυτιστεί με το ίδιο το αίτημα της απόδοσης ακόμη και όταν η ψυχική του οικονομία αδυνατεί πλέον να συγκρατήσει το φορτίο της πραγματικότητας. Να συνεχίζει να λειτουργεί ακόμη και όταν αδυνατεί να επενδύσει επιθυμία, νόημα ή προοπτική στον κόσμο του.

Η ψυχική ανθεκτικότητα μετατρέπεται σταδιακά σε νέο ηθικό ιδεώδες του κοινωνικού δεσμού. Όχι ως δυνατότητα ψυχικής επεξεργασίας αλλά ως απαίτηση προσαρμογής. Το υποκείμενο οφείλει να απορροφά το τραύμα χωρίς να διακόπτει τη λειτουργικότητά του. Να παραμένει διαθέσιμο, παραγωγικό και ενεργό ακόμη και όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με απώλειες που υπερβαίνουν τις δυνατότητες συμβολικής επεξεργασίας.

Η εποχή μοιάζει έτσι να μην επιτρέπει πραγματικά την κατάρρευση. Επιτρέπει μόνο τη διαχείρισή της.

Το υποκείμενο καλείται να επιβιώνει μέσα σε μια μόνιμη κατάσταση εγρήγορσης, σαν να οφείλει να συνεχίζει αδιάκοπα παρά το τραύμα, σαν να πρέπει να «προχωρά» χωρίς να αγγίζει ποτέ πραγματικά αυτό που έχει συμβεί.

Και ίσως εδώ ακριβώς να εμφανίζεται μία από τις βαθύτερες αντιφάσεις της εποχής.

Όσο περισσότερο η κοινωνία μιλά για ψυχική υγεία, τόσο λιγότερο φαίνεται να αντέχει τη συνάντηση με την ανθρώπινη οδύνη. Μιλά για ψυχική ανθεκτικότητα, αλλά συχνά εννοεί την ικανότητα του υποκειμένου να επιστρέψει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στην παραγωγικότητα. Μιλά για φροντίδα, αλλά διατηρεί ανέπαφες πολλές από τις ίδιες τις συνθήκες που παράγουν το τραύμα.

Το αποτέλεσμα είναι ότι το σύμπτωμα επιστρέφει.

Όχι ως εξαίρεση αλλά ως τρόπος κατοίκησης της σύγχρονης ζωής.

Το σύμπτωμα επιστρέφει εκεί όπου η συμβολική επεξεργασία αποτυγχάνει να συγκρατήσει το τραυματικό πραγματικό. Επιστρέφει μέσα από το σώμα, μέσα από τις κρίσεις άγχους, τις αϋπνίες, την εξάντληση, την αίσθηση κενού, την αδυναμία του υποκειμένου να επενδύσει ξανά νόημα στη ζωή του.

Κάτι από τη συμβολική συνοχή του κόσμου μοιάζει να απορρυθμίζεται. Οι μεγάλες αφηγήσεις που άλλοτε υπόσχονταν σταθερότητα, προστασία και προοπτική εμφανίζονται ολοένα πιο εύθραυστες. Το υποκείμενο παραμένει τότε εκτεθειμένο μπροστά σε μια πραγματικότητα που απαιτεί συνεχώς προσαρμογή, χωρίς όμως να παρέχει επαρκείς όρους ψυχικής επεξεργασίας.

Και όσο το τραύμα δεν πενθείται, όσο η απώλεια δεν αποκτά λόγο και συμβολική εγγραφή, τόσο επιστρέφει με άλλες μορφές:
ως σύμπτωμα,
ως επανάληψη,
ως βία,
ως ψυχική κατάρρευση,
ως αίσθηση ότι τίποτα δεν αρκεί ποτέ.

Ίσως τελικά η μεγάλη δυσκολία της εποχής να μην είναι μόνο η ίδια η καταστροφή, αλλά η αδιάκοπη απαίτηση να συνεχίζουμε σαν να μη συνέβη ποτέ τίποτα.

Και ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται σήμερα ένα από τα πιο κρίσιμα διακυβεύματα της ψυχικής φροντίδας:
όχι απλώς να καταστήσει το υποκείμενο περισσότερο λειτουργικό,
αλλά να του επιτρέψει να μιλήσει εκεί όπου μέχρι τώρα ήταν υποχρεωμένο μόνο να επιβιώνει.

 

Σχετικά Άρθρα

Share your love