
Η Επανάληψη της Καταστροφής
Το τραύμα, το Πραγματικό και η αδυναμία της συλλογικής επεξεργασίας
Η επανάληψη της καταστροφής έχει μετατρέψει τις φυσικές καταστροφές σε ένα σχεδόν σταθερό κοινωνικό τοπίο στην Ελλάδα. Οι πυρκαγιές του καλοκαιριού, οι πλημμύρες του φθινοπώρου και του χειμώνα, οι εκκενώσεις περιοχών και οι εικόνες κατεστραμμένων σπιτιών συγκροτούν πλέον ένα σχεδόν σταθερό κοινωνικό τοπίο. Οι ίδιες κοινότητες μετακινούνται κάθε φορά από τη μία ονομασία στην άλλη —«πυρόπληκτοι», «πλημμυροπαθείς», «πληγέντες»— σαν το τραύμα να εγγράφεται προοδευτικά όχι μόνο στη μνήμη αλλά και στην ίδια τη γλώσσα που οργανώνει την κοινωνική πραγματικότητα.
Η ονοματοδοσία αυτή δεν είναι ουδέτερη. Το υποκείμενο δεν περιγράφεται απλώς ως κάποιος που υπέστη μια απώλεια· αρχίζει να ταυτοποιείται μέσα από αυτήν. Η καταστροφή αποκτά διάρκεια και μετατρέπεται σε μόνιμο σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο οργανώνεται η εμπειρία του εαυτού, της κοινότητας και του μέλλοντος.
Το τραύμα δεν αφορά μόνο την απώλεια αντικειμένων ή περιουσιών. Το παιδί που βλέπει το σπίτι του να καίγεται, ο ηλικιωμένος που παρακολουθεί το νερό να καταπίνει τον χώρο όπου έζησε ολόκληρη τη ζωή του ή ο αγρότης που χάνει μέσα σε λίγα λεπτά τη γη και τον κόπο δεκαετιών δεν βιώνουν μόνο μια υλική καταστροφή. Βιώνουν μια ρήξη της συνέχειας της πραγματικότητας.
Το σπίτι, η γειτονιά, η γη, οι καθημερινές διαδρομές και οι εποχές λειτουργούν συνήθως ως σταθερά συμβολικά σημεία που οργανώνουν την αίσθηση ασφάλειας και συνέχειας του υποκειμένου. Όταν αυτά καταρρέουν βίαια, ο ψυχισμός έρχεται αντιμέτωπος με κάτι που δεν μπορεί να επεξεργαστεί τη στιγμή που συμβαίνει. Η εμπειρία επιστρέφει αργότερα μέσα από εικόνες, ήχους και σωματικές εντάσεις: τη μυρωδιά του καμένου, τον ήχο του νερού, την εικόνα της στάχτης ή των φερτών αντικειμένων που επιμένουν να εισβάλλουν στην ψυχική ζωή χωρίς να μπορούν εύκολα να ενσωματωθούν σε μια συνεκτική αφήγηση.
Το τραύμα εμφανίζεται ακριβώς εκεί όπου η εμπειρία υπερβαίνει τη δυνατότητα συμβολοποίησης και επιστρέφει εκ των υστέρων, διαταράσσοντας τη συνέχεια του ψυχικού χρόνου.
Ωστόσο οι φυσικές καταστροφές δεν αφορούν μόνο όσους υφίστανται άμεσα την απώλεια. Οι εικόνες της καταστροφής μεταδίδονται αδιάκοπα μέσα από τα μέσα ενημέρωσης και εισβάλλουν στην καθημερινότητα ολόκληρης της κοινωνίας. Το καμένο δάσος, το πλημμυρισμένο σπίτι ή ο άνθρωπος που μεταφέρεται απελπισμένος μέσα στα νερά δεν λειτουργούν μόνο ως πληροφορία. Ενεργοποιούν ταυτίσεις, φαντασιώσεις απώλειας και μια διάχυτη αίσθηση επισφάλειας. Το υποκείμενο αναγνωρίζει μέσα στην εικόνα του άλλου τη δυνατότητα της δικής του κατάρρευσης.
Κάθε νέα καταστροφή ξυπνά έτσι όχι μόνο τη μνήμη των προηγούμενων γεγονότων αλλά και ένα διαρκές αίσθημα αναμονής του επόμενου πλήγματος. Η κοινωνία αρχίζει σταδιακά να οργανώνεται ψυχικά γύρω από την επανάληψη της καταστροφής. Η απειλή παραμένει παρούσα ακόμη και όταν το γεγονός έχει τυπικά τελειώσει.
Οι φυσικές καταστροφές εμφανίζονται τότε σαν μια βίαιη εισβολή εκείνου που ο Lacan ονομάζει Πραγματικό: κάτι που διαρρηγνύει τις φαντασιακές βεβαιότητες του κόσμου και αποκαλύπτει ότι η ασφάλεια, η σταθερότητα και ο έλεγχος δεν είναι ποτέ πλήρως εγγυημένα. Η φωτιά και το νερό δεν καταστρέφουν μόνο υλικά αντικείμενα· καταρρέουν την ίδια την ψευδαίσθηση μιας οργανωμένης και προβλέψιμης πραγματικότητας.
Ακριβώς εκεί εμφανίζεται η ανάγκη του συμβολικού να αποκαταστήσει τάξη και νόημα.
Οι θεσμοί, τα μέσα ενημέρωσης και ο δημόσιος λόγος επιχειρούν να οργανώσουν την εμπειρία μέσα από λέξεις, εικόνες και τελετουργίες διαχείρισης. Αναζητούνται ευθύνες, ανακοινώνονται μέτρα και αποζημιώσεις, παράγονται εικόνες κινητοποίησης και ελέγχου. Παράλληλα συγκροτείται μια ολόκληρη σκηνή δημόσιας θεατρικότητας: οι εθελοντές αναγορεύονται σε ήρωες, τα εναέρια μέσα εμφανίζονται ως «σωτήρες» και οι πολιτικές παρουσίες επιχειρούν να λειτουργήσουν ως καθησυχαστικές μορφές απέναντι στο χάος.
Η σκηνή αυτή αποτελεί προσπάθεια επανασυγκρότησης της συλλογικής συνοχής απέναντι σε ένα γεγονός που απειλεί να αποδιοργανώσει το κοινωνικό αίσθημα ασφάλειας. Ωστόσο, όσο περισσότερο επιχειρείται να παραχθεί η εικόνα του ελέγχου, τόσο περισσότερο αναδύεται η εμπειρία της αδυναμίας και της δυσπιστίας.
Ο θύτης παραμένει ασαφής. Είναι η φύση; Η κλιματική κρίση; Η κρατική ανεπάρκεια; Η χρόνια θεσμική αποδιοργάνωση; Αυτή η ασάφεια δυσκολεύει τη συλλογική επεξεργασία του τραύματος και αφήνει το υποκείμενο παγιδευμένο ανάμεσα στην οδύνη, την οργή και την αίσθηση εγκατάλειψης.
Η επανάληψη των ίδιων εικόνων χρόνο με τον χρόνο επιβαρύνει ακόμη περισσότερο αυτή τη συνθήκη. Η κοινωνία αρχίζει σταδιακά να εξοικειώνεται με την καταστροφή. Και αυτή η εξοικείωση είναι ίσως μία από τις πιο ανησυχητικές διαστάσεις της. Όχι επειδή μειώνει την οδύνη, αλλά επειδή μετατρέπει το τραύμα σε στοιχείο κανονικότητας.
Το διακύβευμα επομένως δεν αφορά μόνο την αποκατάσταση των υλικών ζημιών. Αφορά την ανασύσταση εκείνου του συμβολικού πλαισίου που επιτρέπει στο υποκείμενο και στις κοινότητες να βιώνουν τη ζωή ως ψυχικά κατοικήσιμη και χρονικά συνεχόμενη.
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν μπορεί να περιορίζεται σε συνθήματα περί ατομικής προσαρμοστικότητας. Προϋποθέτει θεσμούς που αναγνωρίζουν ότι οι φυσικές καταστροφές δεν αφήνουν πίσω τους μόνο καμένες εκτάσεις και κατεστραμμένες υποδομές αλλά και ψυχικά τοπία διαρρηγμένα από τον φόβο, την απώλεια και την επαναλαμβανόμενη εμπειρία αδυναμίας.
Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο να μην είναι μόνο η ίδια η καταστροφή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία αρχίζει σταδιακά να ζει αναμένοντάς την.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Freud, S. (2014). Πέραν της αρχής της ηδονής. Αθήνα: Επίκουρος.
Caruth, C. (2010). Τραύμα και αφήγηση. Αθήνα: Καστανιώτης.
Lacan, J. (2001). Το Σεμινάριο, Βιβλίο III: Οι Ψυχώσεις. Αθήνα: Εκκρεμές.