
Ψυχικό τραύμα και ψυχοκοινωνική προσαρμογή ασυνόδευτων ανήλικων προσφύγων (Β΄ Μέρος)
Τραυματική εμπειρία, επιπολιτισμός και ψυχική ανθεκτικότητα
Το ψυχικό τραύμα στους ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες συνδέεται συχνά με εμπειρίες βίαιης μετακίνησης, αποχωρισμού, απώλειας και αβεβαιότητας.
«Ο τραυματισμός της προσφυγικής εμπειρίας μοιάζει πολλές φορές με μια βίαιη μετάβαση από έναν κόσμο σε έναν άλλον.
Με μια συνθήκη μέσα στην οποία το παιδί ή ο έφηβος καλείται ξαφνικά να τοποθετήσει τον εαυτό του ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες: σε αυτή που χάνεται και σε αυτή που ακόμη δεν έχει αποκτήσει σταθερό νόημα.
Η εμπειρία του αποχωρισμού, της απώλειας, της αβεβαιότητας και της μετακίνησης δεν βιώνεται πάντοτε άμεσα ως τραύμα. Συχνά αποκτά ψυχικό νόημα εκ των υστέρων, μέσα από τις αναμνήσεις, τις σιωπές, τις αναβιώσεις και τη δυσκολία του ατόμου να οργανώσει μια αίσθηση συνέχειας της ταυτότητάς του μέσα στη νέα πραγματικότητα.»
Στην περίπτωση των ασυνόδευτων ανήλικων προσφύγων, η μετακίνηση στη χώρα υποδοχής συνοδεύεται συχνά από την αναβίωση εμπειριών ψυχικού τραύματος που επηρεάζουν σημαντικά την ψυχική τους υγεία και την ψυχοκοινωνική τους προσαρμογή. Βιβλιογραφικά αναφέρεται ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι εμφανίζουν αυξημένη πιθανότητα εκδήλωσης μετατραυματικής συμπτωματολογίας συγκριτικά με συνομήλικους πληθυσμούς.
Η μετατραυματική εμπειρία δεν συνδέεται μόνο με γεγονότα που προηγήθηκαν της μετακίνησης, όπως πόλεμος, βία, διωγμοί ή απώλειες. Συχνά σχετίζεται και με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι ανήλικοι μετά την άφιξή τους στη χώρα υποδοχής, όπως η παραμονή σε κέντρα πρώτης υποδοχής, η αβεβαιότητα γύρω από τη διαδικασία ασύλου, η έλλειψη σταθερού πλαισίου φροντίδας ή η παρατεταμένη αναμονή σε συνθήκες περιορισμού και ανασφάλειας.
Η συμπτωματολογία μπορεί να εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού ή του εφήβου. Στις εφηβικές ηλικίες παρατηρούνται συχνότερα εφιάλτες, αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς, επιθετικότητα, αντικοινωνικές εκδηλώσεις και αισθήματα ενοχής για πρόσωπα που έμειναν πίσω στη χώρα καταγωγής. Στα παιδιά μέσης παιδικής ηλικίας εμφανίζονται συχνά δυσκολίες συγκέντρωσης, αναβιώσεις τραυματικών γεγονότων, προβλήματα ύπνου, σωματικές ενοχλήσεις και δυσκολίες συμπεριφοράς, ενώ σε μικρότερες ηλικίες μπορεί να παρατηρηθούν υψηλό άγχος, κοινωνική απόσυρση ή παλινδρόμηση σε προηγούμενα αναπτυξιακά στάδια.
Γίνεται επομένως αντιληπτό ότι οι ανήλικοι πρόσφυγες αποτελούν μια ιδιαίτερα ευάλωτη πληθυσμιακή ομάδα ως προς την εκδήλωση ψυχοσυναισθηματικών δυσκολιών, τόσο λόγω των τραυματικών εμπειριών που έχουν βιώσει όσο και λόγω των δυσκολιών που συνοδεύουν τη διαδικασία επιπολιτισμού και κοινωνικής ένταξης.
Η συμπτωματολογία που εκδηλώνεται δεν αφορά μόνο την παρουσία τραυματικών βιωμάτων, αλλά συχνά συνδέεται και με δυσκολίες συγκρότησης της προσωπικής και κοινωνικής ταυτότητας μέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, ασυνέχειας και περιορισμένης αίσθησης ασφάλειας.
Παρ’ όλα αυτά, η βιβλιογραφία δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα στην προσφυγική εμπειρία και στην ψυχοπαθολογία δεν είναι γραμμική ή απόλυτη. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, αρκετοί ανήλικοι εμφανίζουν σημαντικά στοιχεία ψυχικής ανθεκτικότητας και καταφέρνουν να επιτύχουν ικανοποιητική προσαρμογή ακόμη και σε ιδιαίτερα δύσκολα περιβάλλοντα ανάπτυξης.
Το στοιχείο αυτό οδηγεί στην ανάγκη αποφυγής μιας μονοδιάστατης προσέγγισης που ταυτίζει αυτόματα το προσφυγικό βίωμα με την ψυχοπαθολογία. Η έκφραση της ψυχικής δυσφορίας ενδέχεται να διαφοροποιείται πολιτισμικά, κοινωνικά και αναπτυξιακά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα συνήθη διαγνωστικά εργαλεία μπορεί να μην αποτυπώνουν επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και εκφράζεται ο ψυχικός πόνος.
Η διερεύνηση της ύπαρξης ή μη ψυχικού τραυματισμού στους ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί αυξημένος αριθμός ασυνόδευτων ανηλίκων που φιλοξενούνται σε δομές ή παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε καθεστώς αναμονής για τη διεκπεραίωση αιτημάτων ασύλου.
Η ψυχολογική υποστήριξη της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά τόσο στην επεξεργασία των τραυματικών εμπειριών όσο και στην ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής προσαρμογής. Παράλληλα, καθίσταται σημαντικός ο εντοπισμός τόσο των παραγόντων επικινδυνότητας και αντιξοότητας όσο και των προστατευτικών παραγόντων που επηρεάζουν την ψυχική υγεία, την ανθεκτικότητα και την αναπτυξιακή πορεία των ασυνόδευτων ανήλικων προσφύγων.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Burnett, A., & Peel, M. (2001). Health needs of asylum seekers and refugees. British Medical Journal, 322, 544–547.
Hicks, R., Lalonde, R. N., & Pepler, D. (1993). Psychosocial considerations in the mental health of immigrant and refugee children. Canadian Journal of Community Mental Health, 12(2), 71–87.
Μόττη-Στεφανίδη, Φ. (2005). Ψυχικά ανθεκτικοί μετανάστες-παλιννοστούντες μαθητές: Προστατευτικοί παράγοντες και παράγοντες επικινδυνότητας. Στο Α. Παπαστυλιανού (Επιμ.), Διαπολιτισμικές διαδρομές: Παλιννόστηση και ψυχοκοινωνική προσαρμογή (σσ. 167–193). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Χατζηπουλίδης, Ν., & Χατζηπουλίδης, Γ. (2009). Η ψυχική υγεία των μεταναστών στην πορεία της ένταξής τους στην ελληνική κοινωνία. Επιθεώρηση Υγείας, 20(120).