Νεανική παραβατικότητα: από φορέας αλλαγής σε φορέας κινδύνου

Σκέψεις για τη νεανική παραβατικότητα, την αμφισβήτηση και τη θέση της νεότητας στη σύγχρονη κοινωνία

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη νεανική παραβατικότητα μοιάζει συχνά να ξεκινά από μια βεβαιότητα. Κάθε νέο περιστατικό βίας, κάθε σύγκρουση, κάθε πράξη επιθετικότητας παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι οι νέοι έχουν γίνει πιο βίαιοι, πιο απρόβλεπτοι και λιγότερο πρόθυμοι να σεβαστούν τα όρια της κοινωνικής ζωής. Η εικόνα του «παραβατικού εφήβου» εμφανίζεται σχεδόν ως αυτονόητη περιγραφή της πραγματικότητας.

Κι όμως, οι έννοιες που χρησιμοποιεί μια κοινωνία για να περιγράψει τον εαυτό της δεν είναι ποτέ ουδέτερες. Η λέξη «παραβατικότητα» δεν αποτελεί απλώς μια νομική κατηγορία. Αποτελεί συγχρόνως έναν τρόπο να οργανώνεται η κοινωνική αντίληψη γύρω από συγκεκριμένες συμπεριφορές και συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων.

Κάθε εποχή διαθέτει τις δικές της λέξεις για να περιγράψει αυτό που τη φοβίζει.

Για τον λόγο αυτό, πριν αναρωτηθούμε αν οι νέοι είναι περισσότερο ή λιγότερο παραβατικοί από παλαιότερα, χρειάζεται να θέσουμε ένα διαφορετικό ερώτημα: τι ακριβώς βλέπουμε όταν μιλάμε για παραβατικότητα;

Βλέπουμε όντως μια γενικευμένη αύξηση της βίας; Βλέπουμε μια νέα μορφή επιθετικότητας;

Ή μήπως βλέπουμε τη μεταβολή του τρόπου με τον οποίο η ίδια η κοινωνία διαβάζει και νοηματοδοτεί τη νεότητα;

Η ιστορία δείχνει ότι οι νέοι δεν υπήρξαν ποτέ μια απολύτως ήρεμη κοινωνική κατηγορία. Η αμφισβήτηση, η σύγκρουση με την εξουσία, η δοκιμασία των ορίων και η επιθετικότητα αποτελούν διαχρονικά στοιχεία της νεότητας. Η εφηβεία δεν είναι μια περίοδος ομαλής προσαρμογής αλλά μια περίοδος αναδιοργάνωσης της σχέσης του υποκειμένου με το σώμα, την επιθυμία, τον νόμο και τον Άλλο.

Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η εφηβεία δεν αποτελεί απλώς ένα βιολογικό στάδιο. Συνιστά μια στιγμή κατά την οποία οι προηγούμενες ταυτίσεις κλονίζονται και το υποκείμενο καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση του στον κοινωνικό κόσμο. Οι γονείς παύουν να αποτελούν αυτονόητα σημεία αναφοράς. Οι παιδικές βεβαιότητες αποδυναμώνονται. Η σεξουαλικότητα επιστρέφει με νέα ένταση και η σχέση με την εξουσία τίθεται εκ νέου υπό διαπραγμάτευση.

Η σύγκρουση με τα όρια δεν αποτελεί λοιπόν παρέκκλιση της εφηβείας. Αποτελεί μέρος της δομής της.

Ο έφηβος δεν αναμετριέται μόνο με τους κανόνες. Αναμετριέται με τη θέση του απέναντι στον νόμο και απέναντι στον κόσμο που του παραδίδουν οι προηγούμενες γενιές.

Αυτή η διάσταση είναι σημαντική, διότι μας επιτρέπει να δούμε ότι η επιθετικότητα δεν αποτελεί αποκλειστικό χαρακτηριστικό της δικής μας εποχής. Οι νέοι υπήρξαν πάντοτε φορείς έντασης, αμφισβήτησης και σύγκρουσης. Εκείνο που μεταβάλλεται ιστορικά δεν είναι η ύπαρξη αυτών των στοιχείων αλλά οι μορφές μέσα από τις οποίες εκφράζονται.

Για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα, η νεότητα συνδέθηκε με την ιδέα της κοινωνικής αλλαγής. Οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, τα αντιπολεμικά κινήματα, οι πολιτισμικές ανατροπές και οι διεκδικήσεις κοινωνικών δικαιωμάτων κατέστησαν τους νέους φορείς μιας υπόσχεσης για το μέλλον. Ακόμη και όταν προκαλούσαν ανησυχία ή αντιδράσεις, οι νέοι εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται ως εκείνοι που μπορούσαν να μετασχηματίσουν τον κόσμο.

Η εικόνα αυτή μοιάζει σήμερα να έχει μεταβληθεί.

Η νεότητα εμφανίζεται όλο και συχνότερα μέσα από το πρίσμα του κινδύνου. Η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το ερώτημα «τι εκφράζουν οι νέοι;» στο ερώτημα «πώς θα ελεγχθούν οι νέοι;». Η αμφισβήτηση μεταφράζεται ευκολότερα σε απειλή παρά σε πολιτική ή κοινωνική δυναμική.

Η μεταβολή αυτή δεν αφορά μόνο τους νέους. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιες οι κοινωνίες σχετίζονται με το μέλλον τους.

Οι προηγούμενες γενιές μεγάλωσαν συχνά με την προσδοκία ότι η ζωή τους θα είναι καλύτερη από εκείνη των γονιών τους. Η εργασία, η εκπαίδευση και η κοινωνική συμμετοχή μπορούσαν να λειτουργήσουν ως φορείς ελπίδας. Σήμερα, η εργασιακή επισφάλεια, η οικονομική αβεβαιότητα, οι διαδοχικές κρίσεις, η κλιματική απειλή και η δυσκολία σχεδιασμού του μέλλοντος διαμορφώνουν ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο.

Η κοινωνία καλεί τους νέους να επενδύσουν στο μέλλον την ίδια στιγμή που η ίδια δυσκολεύεται να το περιγράψει.

Αυτή η αντίφαση έχει σημασία.

Διότι η ψυχαναλυτική σκέψη δεν αντιμετώπισε ποτέ τον νόμο αποκλειστικά ως απαγόρευση. Από τον Freud μέχρι τον Lacan, ο νόμος συνδέεται με τη δυνατότητα του υποκειμένου να εγγραφεί σε έναν κοινό συμβολικό κόσμο. Τα όρια δεν περιορίζουν μόνο. Οργανώνουν επίσης τη σχέση με τους άλλους και προσφέρουν έναν προσανατολισμό μέσα στην κοινωνική ζωή.

Στις σύγχρονες κοινωνίες παρατηρείται μια ιδιότυπη αντίφαση. Οι παραδοσιακές μορφές αυθεντίας αποδυναμώνονται, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται η απαίτηση για επιτήρηση, έλεγχο και ασφάλεια. Όσο περισσότερο δυσκολεύονται οι θεσμοί να λειτουργήσουν ως συμβολικά σημεία αναφοράς, τόσο περισσότερο ενισχύονται οι τεχνικές μορφές ελέγχου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η νεανική παραβατικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως ατομική αποτυχία ή ως έλλειμμα ηθικής. Ορισμένες φορές αποκαλύπτει μια δυσκολία του υποκειμένου στη σχέση του με τον νόμο. Άλλες φορές αποκαλύπτει μια δυσκολία της ίδιας της κοινωνίας να προσφέρει νοήματα, ορίζοντες και μορφές ένταξης που να υπερβαίνουν τη λογική της ατομικής επίδοσης.

Ο Winnicott παρατηρούσε ότι ορισμένες αντικοινωνικές συμπεριφορές των νέων ενδέχεται να εμπεριέχουν μια παράδοξη μορφή ελπίδας. Όχι επειδή είναι θετικές ή επιθυμητές, αλλά επειδή εξακολουθούν να απευθύνονται σε κάποιον. Η πράξη εμφανίζεται ως αναζήτηση ενός ορίου, μιας απάντησης ή μιας παρουσίας που το υποκείμενο θεωρεί ότι έχει απολέσει.

Η παρατήρηση αυτή δεν αθωώνει τη βία.

Υπενθυμίζει όμως ότι η πράξη δεν εξαντλείται ποτέ στην περιγραφή της.

Η σύγχρονη κοινωνία μοιάζει συχνά να ενδιαφέρεται περισσότερο για την καταστολή της πράξης παρά για το ερώτημα που η ίδια η πράξη θέτει.

Και εδώ ακριβώς αναδύεται ένα τελευταίο ζήτημα.

Η λέξη «παραβατικότητα» διαθέτει σήμερα μια ιδιαίτερη ισχύ. Δεν περιγράφει μόνο ορισμένες συμπεριφορές. Οργανώνει τον τρόπο με τον οποίο τις αντιλαμβανόμαστε. Κάθε νέο περιστατικό φαίνεται να επιβεβαιώνει μια εικόνα που έχει ήδη διαμορφωθεί. Η λέξη προηγείται του γεγονότος και συχνά καθορίζει εκ των προτέρων το νόημά του.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η νεότητα τείνει να ταυτίζεται με την επικινδυνότητα.

Η οργή, η αμφισβήτηση, η δυσφορία και η σύγκρουση παύουν να αντιμετωπίζονται ως στοιχεία της ανθρώπινης ανάπτυξης και μετατρέπονται ευκολότερα σε ενδείξεις απειλής.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν βίαιες ή παραβατικές συμπεριφορές. Υπάρχουν και ορισμένες φορές έχουν ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η συνεχής επίκληση της παραβατικότητας μας βοηθά να κατανοήσουμε αυτό που συμβαίνει ή αν τελικά λειτουργεί ως ένας τρόπος να σταματήσουμε να αναρωτιόμαστε τι ακριβώς εκφράζεται μέσα από αυτές τις συμπεριφορές.

Ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία μιλά για τους νέους αποκαλύπτει πάντοτε κάτι από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το μέλλον της. Όταν η νεότητα παύει να εμφανίζεται ως φορέας δυνατοτήτων και αρχίζει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως φορέας κινδύνων, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τους νέους. Αφορά και τις ίδιες τις κοινωνίες που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν στη νεότητα μια εικόνα του μέλλοντός τους.

Σχετικά άρθρα

Share your love