
Κρίση πανικού: πέρα από τα συμπτώματα
Όταν το σώμα προηγείται του λόγου και η αγωνία αναζητά μορφή
Η κρίση πανικού αποτελεί μία από τις πιο έντονες και αποδιοργανωτικές εμπειρίες που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος. Η καρδιά επιταχύνει, η αναπνοή δυσκολεύει, το σώμα τρέμει, το στήθος σφίγγεται και η αίσθηση ότι κάτι απειλητικό πρόκειται να συμβεί κατακλύζει την εμπειρία. Για πολλούς ανθρώπους, η πρώτη κρίση πανικού συνοδεύεται από τον φόβο ότι παθαίνουν έμφραγμα, εγκεφαλικό επεισόδιο ή ότι χάνουν τον έλεγχο του εαυτού τους.
Η ένταση της εμπειρίας είναι τέτοια ώστε η κρίση πανικού συχνά βιώνεται ως ένα αμιγώς σωματικό γεγονός. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η συνάντηση σώματος και ψυχικής οδύνης είναι που καθιστά το φαινόμενο τόσο ενδιαφέρον. Τι συμβαίνει όταν το σώμα φαίνεται να μιλά με τρόπο που υπερβαίνει τις λέξεις; Και τι μας λέει η κρίση πανικού για τη σχέση ανάμεσα στην αγωνία, την επιθυμία και τα όρια της ψυχικής επεξεργασίας;
Η σύγχρονη γλώσσα χρησιμοποιεί συχνά τον όρο «άγχος» για να περιγράψει ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων. Ωστόσο, η ψυχαναλυτική θεωρία εισάγει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στο άγχος ως καθημερινή εμπειρία και στην αγωνία ως ιδιαίτερο ψυχικό φαινόμενο. Η αγωνία δεν αποτελεί απλώς μια υπερβολική ανησυχία για το μέλλον. Δεν ταυτίζεται με τον φόβο απέναντι σε έναν συγκεκριμένο κίνδυνο. Αντίθετα, αναδύεται συχνά όταν το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με κάτι που δυσκολεύεται να αναπαραστήσει ψυχικά.
Ο Freud θεωρούσε την αγωνία κεντρικό στοιχείο της ψυχικής ζωής. Ο Lacan θα φτάσει αργότερα να υποστηρίξει ότι η αγωνία είναι το μόνο συναίσθημα που δεν εξαπατά. Η διατύπωση αυτή δεν σημαίνει ότι η αγωνία αποκαλύπτει μια αντικειμενική αλήθεια. Σημαίνει ότι εμφανίζεται στο σημείο όπου οι συνήθεις ψυχικές άμυνες παύουν να λειτουργούν με τον γνωστό τρόπο και όπου το υποκείμενο συναντά κάτι από τα όρια των βεβαιοτήτων του.
Από αυτή την οπτική, η κρίση πανικού δεν αποτελεί απλώς μια υπερβολική σωματική αντίδραση. Αποτελεί ένα γεγονός στο οποίο το σώμα και η ψυχική πραγματικότητα γίνονται δύσκολο να διαχωριστούν. Δεν πρόκειται ούτε για μια καθαρά βιολογική δυσλειτουργία ούτε για ένα σύμπτωμα που μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσα από οργανικούς μηχανισμούς. Πρόκειται για μια εμπειρία στην οποία το σώμα συμμετέχει πραγματικά, ενώ ταυτόχρονα η ψυχική διάσταση παραμένει αναπόσπαστο μέρος της.
Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει το σώμα ως ένα απλό βιολογικό αντικείμενο. Το σώμα του υποκειμένου είναι πάντοτε ένα σώμα που έχει εγγραφεί στη γλώσσα, στις σχέσεις, στις επιθυμίες και στις απώλειες που το έχουν συγκροτήσει. Για τον λόγο αυτό, οι σωματικές εκδηλώσεις δεν μπορούν πάντοτε να διαχωριστούν από την ιστορία του υποκειμένου.
→ Δείτε επίσης: Ψυχοσωματικά συμπτώματα: το σώμα ως τόπος της έλλειψης
Συχνά οι κρίσεις πανικού εμφανίζονται σε περιόδους μετάβασης, απώλειας ή σημαντικών αλλαγών. Δεν είναι απαραίτητο το υποκείμενο να συνδέει συνειδητά την κρίση με κάποιο συγκεκριμένο γεγονός. Η εμφάνιση της αγωνίας δεν ακολουθεί πάντοτε μια γραμμική αιτιότητα. Ωστόσο, η κλινική εμπειρία δείχνει ότι οι κρίσεις συχνά εμφανίζονται όταν κάτι μεταβάλλεται στη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία, με τους άλλους ή με την εικόνα που έχει για τον εαυτό του.
Σε αυτό το σημείο αποκτά σημασία το ερώτημα της αναπαράστασης. Η ψυχική ζωή προϋποθέτει τη δυνατότητα οι εμπειρίες να μετατρέπονται σε λέξεις, εικόνες και νοήματα. Όταν αυτή η διαδικασία δυσκολεύεται, η ψυχική ένταση δεν εξαφανίζεται. Αναζητά άλλους τρόπους έκφρασης.
Η κρίση πανικού μπορεί να ιδωθεί ως μία από τις μορφές μέσα από τις οποίες η αγωνία εμφανίζεται όταν δεν βρίσκει επαρκή ψυχική αναπαράσταση. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε κρίση κρύβει κάποιο μυστικό μήνυμα που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί. Σημαίνει όμως ότι η ένταση της εμπειρίας υπενθυμίζει τα όρια της ψυχικής επεξεργασίας. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες κάτι από την υποκειμενική εμπειρία δεν μπορεί ακόμη να βρει θέση στον λόγο και εμφανίζεται με τρόπο που κινητοποιεί ολόκληρο το σώμα.
Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στην ένταση των συμπτωμάτων αλλά και στη θέση στην οποία αυτά τοποθετούν το υποκείμενο. Τη στιγμή της κρίσης, το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα σώμα που μοιάζει να λειτουργεί έξω από τη βούλησή του. Η καρδιά επιταχύνει, η αναπνοή διαταράσσεται, η αίσθηση ελέγχου κλονίζεται. Η εμπειρία αυτή βιώνεται συχνά ως ξένη, σαν κάτι να συμβαίνει χωρίς να μπορεί να κατανοηθεί ή να αναχαιτιστεί.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, το ερώτημα δεν αφορά μόνο το γιατί εμφανίζεται το σύμπτωμα αλλά και το πώς σχετίζεται το υποκείμενο με αυτό. Η κρίση πανικού δεν αποτελεί απλώς ένα επεισόδιο που πρέπει να εξαλειφθεί. Αποτελεί επίσης ένα γεγονός που εισάγει ένα ερώτημα. Ένα σύμπτωμα που φαίνεται να αιτείται κάτι, χωρίς ωστόσο να γίνεται άμεσα κατανοητό το τι ακριβώς είναι αυτό.
Το παράδοξο είναι ότι το υποκείμενο συχνά επιχειρεί να απαντήσει αποκλειστικά στο σωματικό επίπεδο ενός φαινομένου που αφορά ταυτόχρονα και την ψυχική του πραγματικότητα. Η κρίση μεταφράζεται ως καρδιολογικό πρόβλημα, ως αναπνευστική δυσλειτουργία ή ως επικείμενη καταστροφή, ενώ αυτό που διακυβεύεται μπορεί να αφορά τη σχέση με την επιθυμία, την απώλεια, την αναγνώριση ή μια μεταβολή που δεν έχει ακόμη βρει θέση στον λόγο.
Με αυτή την έννοια, η κρίση πανικού δεν αποτελεί μόνο μια κρίση του σώματος. Αποτελεί και μια κρίση νοήματος.
Η προβληματική αυτή συνδέεται και με το ζήτημα της απώλειας. Σε πολλές περιπτώσεις, η αγωνία εμφανίζεται σε περιόδους όπου το υποκείμενο καλείται να αναμετρηθεί με μεταβολές που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει νόημα μέσα στην προσωπική του ιστορία. Η απώλεια ενός προσώπου, η λήξη μιας σχέσης, μια αλλαγή ταυτότητας ή η κατάρρευση ενός ιδανικού μπορούν να δημιουργήσουν συνθήκες στις οποίες η ψυχική επεξεργασία δοκιμάζεται.
→ Δείτε επίσης: Πένθος και μελαγχολία: πότε η απώλεια δεν μπορεί να συμβολιστεί
Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη εποχή. Ζούμε σε μια κοινωνία που διαθέτει ολοένα και περισσότερους τρόπους να μιλά για το άγχος και ολοένα λιγότερο χρόνο για να σταθεί απέναντι στην αγωνία. Η δυσφορία καλείται να διαχειριστεί γρήγορα, να ρυθμιστεί, να εξαλειφθεί. Ωστόσο, η αγωνία δεν υπακούει πάντοτε σε αυτή τη λογική.
Η σημερινή κουλτούρα ευνοεί την ταχύτητα, τη λειτουργικότητα και την άμεση ανταπόκριση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αγωνία συχνά αντιμετωπίζεται ως μια δυσλειτουργία που πρέπει να εξαφανιστεί. Όμως η αγωνία δεν είναι απλώς ένα εμπόδιο στη λειτουργικότητα. Αποτελεί μια θεμελιώδη διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης, καθώς συνδέεται με την επιθυμία, την έλλειψη και τα όρια του ελέγχου που διαθέτουμε πάνω στη ζωή μας.
Ίσως η κρίση πανικού να μην αφορά μόνο την εμφάνιση έντονων σωματικών συμπτωμάτων. Αφορά επίσης τον κλονισμό μιας βεβαιότητας. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το υποκείμενο θεωρεί συνήθως αυτονόητο ότι ελέγχει το σώμα του, τις σκέψεις του και την καθημερινότητά του. Η κρίση έρχεται να διαρρήξει αυτή τη βεβαιότητα.
Η εμπειρία δεν περιορίζεται στον φόβο του θανάτου ή της σωματικής κατάρρευσης. Συχνά συνοδεύεται από την ανακάλυψη μιας απροσδόκητης τρωτότητας. Το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με το γεγονός ότι δεν είναι πλήρως κύριο του εαυτού του, ότι κάτι μπορεί να αναδυθεί χωρίς να το έχει επιλέξει, χωρίς να το έχει προβλέψει και χωρίς να μπορεί να το ελέγξει πλήρως.
Από αυτή την άποψη, η κρίση πανικού μπορεί να ιδωθεί ως μια συνάντηση με την έλλειψη. Όχι με την έννοια μιας συγκεκριμένης απώλειας αλλά με την έννοια του ορίου που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Η εικόνα ενός εαυτού αυτάρκη, συνεκτικού και πλήρως ελέγξιμου υφίσταται έναν κλονισμό. Κάτι από την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε ανθρώπινη ζωή καθίσταται ξαφνικά παρόν.
Η αγωνία που συνοδεύει την κρίση δεν προκύπτει μόνο από τα συμπτώματα. Προκύπτει και από αυτή τη ρωγμή στις βεβαιότητες του υποκειμένου. Από τη στιγμή κατά την οποία ανακαλύπτει ότι η ζωή του δεν οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από τη γνώση, τον έλεγχο και την πρόβλεψη. Υπάρχει πάντοτε ένα σημείο που διαφεύγει.
Ίσως γι’ αυτό η κρίση πανικού βιώνεται συχνά ως ένα γεγονός που χωρίζει τη ζωή σε ένα πριν και ένα μετά. Όχι επειδή αλλάζει μόνο η σχέση με το σώμα, αλλά επειδή μεταβάλλει τη σχέση του υποκειμένου με την ίδια του την τρωτότητα.
→ Δείτε επίσης: Ο Οίκος του Εγώ
Η θεραπευτική σημασία της κρίσης πανικού δεν βρίσκεται μόνο στην υποχώρηση των συμπτωμάτων. Βρίσκεται επίσης στη δυνατότητα του υποκειμένου να αποκτήσει μια διαφορετική σχέση με αυτό που η κρίση φέρνει στην επιφάνεια. Όχι να εξαφανίσει κάθε μορφή αγωνίας από τη ζωή του, αλλά να μπορέσει να της δώσει μια θέση μέσα στην ιστορία του.
Ίσως τελικά η κρίση πανικού να μην αποτελεί μόνο μια στιγμή αποδιοργάνωσης. Ίσως να αποτελεί και μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν οργανώνεται αποκλειστικά γύρω από τη βεβαιότητα, τον έλεγχο και τη γνώση. Υπάρχει πάντοτε ένα σημείο που διαφεύγει, ένα σημείο που δεν μπορεί να αναπαρασταθεί πλήρως. Και είναι συχνά γύρω από αυτό το σημείο που οργανώνεται η εμπειρία της αγωνίας.