
Η Γενιά που Θεραπεύεται
Η ψευδαίσθηση της αυτογνωσίας στην εποχή της αυτοβελτίωσης
Ίσως καμία άλλη εποχή δεν μίλησε τόσο πολύ για θεραπεία και ταυτόχρονα δεν παρήγαγε τόσο εξαντλημένα υποκείμενα.
Το σύγχρονο υποκείμενο ξυπνά και κοιμάται μέσα σε μια αδιάκοπη απαίτηση επεξεργασίας του εαυτού. Να γνωρίσει τα τραύματά του. Να αναγνωρίσει τα μοτίβα των σχέσεών του. Να ρυθμίσει το άγχος του. Να θεραπεύσει το inner child. Να επανασυνδεθεί με το σώμα του. Να διαχειριστεί την προσκόλληση, τις εξαρτήσεις, την αυτοεκτίμησή του. Να γίνει επιτέλους η «καλύτερη εκδοχή» του εαυτού του.
Η γλώσσα της ψυχικής υγείας έχει διαχυθεί παντού. Podcasts, reels, therapy influencers, trauma content, mindfulness εφαρμογές, motivational ομιλίες και εργαλεία αυτοβελτίωσης υπόσχονται ότι ο εαυτός μπορεί τελικά να αποκτήσει συνοχή, ισορροπία και διαφάνεια. Ότι μέσα από αρκετή επίγνωση, αρκετή πληροφορία και αρκετή «δουλειά με τον εαυτό», το άτομο μπορεί να απελευθερωθεί από τις εσωτερικές του αντιφάσεις και να φτάσει σε μια μορφή πληρότητας.
Και όμως, όσο περισσότερο το υποκείμενο παρακολουθεί τον εαυτό του, τόσο περισσότερο μοιάζει να απομακρύνεται από αυτόν.
Η εποχή μοιάζει να μην εμπιστεύεται πλέον ούτε τη θρησκεία, ούτε την πολιτική, ούτε τις μεγάλες συλλογικές αφηγήσεις. Στη θέση τους αναδύεται σταδιακά μια νέα ηθική απαίτηση:
θεραπεύσου.
Γνώρισε τον εαυτό σου.
Διόρθωσέ τον.
Βελτιστοποίησέ τον.
Η αυτογνωσία παύει έτσι να λειτουργεί ως υπαρξιακό ερώτημα και μετατρέπεται προοδευτικά σε έργο διαχείρισης του εαυτού.
Δεν αρκεί πλέον να ζει κανείς. Οφείλει να επεξεργάζεται διαρκώς αυτό που είναι.
Το υποκείμενο καλείται να εξηγεί συνεχώς τις συμπεριφορές του, να ονομάζει τα τραύματά του, να αποκωδικοποιεί τις σχέσεις του, να αναγνωρίζει «τοξικούς ανθρώπους», να εντοπίζει τα ψυχικά του μοτίβα, να αναλύει τις αντιδράσεις του, να παράγει αδιάκοπα λόγο για τον εαυτό του.
Και ίσως ακριβώς εκεί να αναδύεται ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα της εποχής:
η φαντασίωση ότι ο εαυτός μπορεί κάποτε να γίνει πλήρως γνωστός, πλήρως διαφανής και τελικά πλήρως ελέγξιμος.
Η φαντασίωση αυτή συγκρούεται ήδη από τον Freud με ένα θεμελιώδες όριο: το Εγώ δεν είναι κύριος στο ίδιο του το σπίτι. Υπάρχει πάντοτε κάτι που διαφεύγει από τη γνώση του υποκειμένου, κάτι που αντιστέκεται στην πλήρη κατανόηση, κάτι που επιστρέφει παρά τις προσπάθειες ελέγχου και αυτοπαρατήρησης.
Το ασυνείδητο δεν είναι μια κρυφή περιοχή που περιμένει απλώς να φωτιστεί. Είναι μια ρωγμή μέσα στο ίδιο το υποκείμενο.
Και ίσως γι’ αυτό η εποχή της αυτογνωσίας συνοδεύεται τόσο συχνά από εξάντληση, άγχος και αίσθηση αποτυχίας. Γιατί το υποκείμενο δεν καλείται πλέον μόνο να επιθυμεί ή να ζει αλλά να επιτηρεί αδιάκοπα τον εαυτό του.
Να παρακολουθεί τα συναισθήματά του.
Να αξιολογεί την ψυχική του κατάσταση.
Να ρυθμίζει τη λειτουργικότητά του.
Να διαχειρίζεται το τραύμα του.
Να θεραπεύεται διαρκώς.
Το σύγχρονο Υπερεγώ δεν λειτουργεί πλέον κυρίως μέσα από την απαγόρευση. Δεν λέει μόνο «μην». Αντίθετα, απαιτεί:
απόλαυσε,
εξελίξου,
γίνε αυθεντικός,
γίνε λειτουργικός,
θεράπευσε τον εαυτό σου.
Η θεραπεία μετατρέπεται έτσι σταδιακά από δυνατότητα σε ηθική υποχρέωση.
Το υποκείμενο δεν αισθάνεται πλέον ένοχο επειδή αποτυγχάνει. Αισθάνεται ένοχο επειδή δεν θεραπεύεται αρκετά.
Ο Byung-Chul Han περιγράφει μια κοινωνία όπου το υποκείμενο δεν καταπιέζεται τόσο από εξωτερικές απαγορεύσεις όσο από τη δική του ανάγκη να αποδίδει, να εξελίσσεται και να πραγματώνει αδιάκοπα τον εαυτό του. Το άτομο εξαντλείται προσπαθώντας να βελτιστοποιήσει κάθε πτυχή της ύπαρξής του. Ακόμη και η ξεκούραση, η φροντίδα ή η ψυχοθεραπεία κινδυνεύουν να ενταχθούν σε μια λογική παραγωγικότητας:
κοιμήσου καλύτερα,
ρύθμισε το νευρικό σου σύστημα,
γίνε πιο ανθεκτικός,
γίνε πιο αποδοτικός.
Ακόμη και η ευαλωτότητα μοιάζει σήμερα να μετατρέπεται σταδιακά σε πολιτισμικό περιεχόμενο.
Το τραύμα παύει να αποτελεί μόνο κλινική εμπειρία και μετατρέπεται σε κεντρικό σημαίνον πολιτισμικής ταυτότητας. Οι άνθρωποι μιλούν αδιάκοπα για trauma, τοξικές σχέσεις, narcissists, burnout και ψυχικές δυσκολίες, αλλά πολλές φορές αυτή η συνεχής εξωτερίκευση δεν οδηγεί απαραίτητα σε βαθύτερη επεξεργασία. Αντίθετα, μπορεί να λειτουργεί ως μια νέα μορφή ναρκισσιστικής επένδυσης πάνω στην εικόνα του εαυτού.
Ο Christopher Lasch είχε ήδη περιγράψει μια κουλτούρα όπου το άτομο στρέφεται διαρκώς προς τον εαυτό του αναζητώντας επιβεβαίωση, συνοχή και ταυτότητα. Σήμερα αυτή η στροφή μοιάζει να έχει αποκτήσει σχεδόν υποχρεωτικό χαρακτήρα.
Το υποκείμενο στέκεται πλέον μπροστά στον εαυτό του όπως κάποτε στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη: αναζητώντας μια ενότητα που δεν υπήρξε ποτέ πλήρως δική του.
Και όμως, όσο περισσότερο επιχειρεί να συλλάβει τον εαυτό του ως ολοκληρωμένο αντικείμενο γνώσης, τόσο περισσότερο έρχεται αντιμέτωπο με κάτι που διαφεύγει.
Γιατί το υποκείμενο δεν συγκροτείται γύρω από μια πλήρη ταυτότητα αλλά γύρω από μια έλλειψη. Υπάρχει πάντοτε κάτι ασύλληπτο στην επιθυμία, κάτι που δεν οργανώνεται πλήρως μέσα στη γνώση, στην εικόνα ή στην αφήγηση που κατασκευάζουμε για εμάς τους ίδιους.
Ίσως τελικά η εμμονή με την αυτογνωσία να μην εκφράζει μόνο μια επιθυμία κατανόησης του εαυτού αλλά και μια βαθύτερη αγωνία απέναντι σε ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί, να προβλεφθεί ή να θεραπευτεί πλήρως.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο δύσκολη συνάντηση για το σύγχρονο υποκείμενο:
όχι στην αποτυχία να γνωρίσει αρκετά τον εαυτό του,
αλλά στην αδυναμία να αποδεχθεί ότι ένα κομμάτι του θα παραμένει πάντοτε ξένο, αδιαφανές και μη πλήρως θεραπεύσιμο.
Και ίσως εκεί ακριβώς να αρχίζει κάτι από την αλήθεια του υποκειμένου:
όχι στο σημείο όπου γνωρίζει πλήρως τον εαυτό του,
αλλά εκεί όπου αποτυγχάνει να συμπέσει ολοκληρωτικά μαζί του.