
Πώς ξεκινά η ψυχοθεραπεία; Από την πρώτη συνάντηση στο θεραπευτικό αίτημα
Όταν η δυσκολία που επιμένει αρχίζει να αποκτά θέση μέσα στον λόγο.
Το ερώτημα «πώς ξεκινά η ψυχοθεραπεία;» απασχολεί συνήθως έναν άνθρωπο που βρίσκεται ήδη κοντά στην απόφαση να ζητήσει βοήθεια. Κάτι έχει προηγηθεί: μια δυσκολία που επιμένει, ένα σύμπτωμα που επανέρχεται, μια σχέση που οδηγείται στο ίδιο αδιέξοδο ή η αίσθηση ότι οι τρόποι με τους οποίους αντιμετώπιζε μέχρι τώρα όσα του συνέβαιναν δεν επαρκούν πλέον.
Η σκέψη της θεραπείας εμφανίζεται, απομακρύνεται και επιστρέφει. Το τηλεφώνημα αναβάλλεται, το μήνυμα γράφεται και διαγράφεται, ενώ παραμένει το ερώτημα αν αυτό που συμβαίνει είναι αρκετά σημαντικό ώστε να ειπωθεί σε έναν άλλον.
Το ερώτημα που προηγείται αυτής της απόφασης αναπτύσσεται περισσότερο στο άρθρο «Πώς καταλαβαίνω ότι χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;».
Η πρώτη συνάντηση δεν προϋποθέτει ότι κάποιος έχει καταλάβει πλήρως τι του συμβαίνει. Δεν χρειάζεται να έχει οργανώσει την ιστορία του ούτε να γνωρίζει από την αρχή τι ακριβώς ζητά από τη θεραπεία. Το θεραπευτικό αίτημα δεν είναι πάντοτε έτοιμο πριν από την πρώτη συνεδρία. Συχνά αρχίζει να διαμορφώνεται μέσα σε αυτήν.
Η πρώτη συνάντηση δεν απαιτεί έτοιμες λέξεις
Ένα από τα συχνότερα ερωτήματα πριν από την πρώτη συνεδρία είναι το «τι θα πω;». Πίσω από αυτό υπάρχει συχνά η προσδοκία ότι ο άνθρωπος πρέπει να παρουσιάσει σωστά το πρόβλημά του, να θυμηθεί όλα τα σημαντικά γεγονότα και να προσφέρει μια συνεκτική εξήγηση για όσα τον δυσκολεύουν.
Ωστόσο, πολλά από όσα οδηγούν κάποιον στην ψυχοθεραπεία δεν έχουν ακόμη αποκτήσει σαφή μορφή. Υπάρχουν ως άγχος, θλίψη, σωματική ένταση, επανάληψη ή μια διάχυτη αίσθηση ότι κάτι δεν μπορεί να συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο.
Δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος να αρχίσει η πρώτη συνάντηση. Ο λόγος μπορεί να ξεκινήσει από ένα πρόσφατο γεγονός, ένα σύμπτωμα, μια σχέση ή από την ίδια τη δυσκολία να βρεθούν οι κατάλληλες λέξεις. Η φράση «δεν ξέρω από πού να αρχίσω» δεν αποτελεί αποτυχία. Είναι ήδη ένας τρόπος να εμφανιστεί μέσα στη συνάντηση αυτό που μέχρι τότε δεν μπορούσε να ειπωθεί.
Η πρώτη συνεδρία δεν είναι μια σύντομη παρουσίαση ολόκληρης της ζωής. Είναι η αρχή μιας διαδικασίας στην οποία μπορεί να φανεί τι φέρνει τον άνθρωπο στη θεραπεία και τι ζητά να ακουστεί πίσω από την αρχική δυσκολία.
Όταν ο λόγος απευθύνεται σε έναν άλλον
Η ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί απλώς μια συζήτηση γύρω από τα προβλήματα. Η σημασία του λόγου δεν βρίσκεται μόνο στις πληροφορίες που μεταφέρει, αλλά και στο γεγονός ότι απευθύνεται σε έναν άλλον.
Όσο κάτι παραμένει αποκλειστικά μέσα στη σκέψη, ακολουθεί συχνά τις ίδιες διαδρομές. Οι ίδιες εξηγήσεις επιστρέφουν, οι ίδιες ερωτήσεις μένουν αναπάντητες και η εσωτερική αφήγηση καταλήγει ξανά στο ίδιο σημείο.
Μέσα στη θεραπευτική συνάντηση, αυτός ο λόγος ακούγεται διαφορετικά. Λέξεις που επαναλαμβάνονται, αντιφάσεις, παύσεις και μετατοπίσεις αρχίζουν να αποκτούν σημασία. Όχι επειδή ο θεραπευτής γνωρίζει ένα κρυφό νόημα που πρέπει να αποκαλύψει, αλλά επειδή η παρουσία και η ακρόασή του επιτρέπουν στο υποκείμενο να συναντήσει διαφορετικά αυτό που το ίδιο λέει.
Η σιωπή έχει επίσης θέση σε αυτή τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται να καλυφθεί αμέσως ούτε να θεωρηθεί ένδειξη ότι η συνάντηση δεν προχωρά. Ορισμένες εμπειρίες χρειάζονται χρόνο μέχρι να μπορέσουν να περάσουν από το βίωμα στον λόγο.
Από την αρχική δυσκολία στο θεραπευτικό αίτημα
Ο άνθρωπος έρχεται συνήθως στην ψυχοθεραπεία ζητώντας να σταματήσει κάτι που τον δυσκολεύει. Θέλει να μειωθεί το άγχος, να υποχωρήσει η θλίψη, να αντιμετωπιστεί μια κρίση ή να αλλάξει μια σχέση που έχει φτάσει σε αδιέξοδο.
Το αίτημα για ανακούφιση είναι πραγματικό και σημαντικό. Δεν αποτελεί όμως πάντοτε ολόκληρο το θεραπευτικό ερώτημα. Καθώς ο λόγος αναπτύσσεται, το σύμπτωμα παύει να εμφανίζεται μόνο ως κάτι ξένο που πρέπει να εξαλειφθεί. Αρχίζει να συνδέεται με την προσωπική ιστορία, τις σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο τοποθετείται απέναντι στην επιθυμία, την απώλεια και τις απαιτήσεις του Άλλου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο θεραπευτής αποδίδει αυθαίρετα ένα νόημα στο σύμπτωμα. Η θεραπευτική εργασία επιτρέπει να διερευνηθεί η ιδιαίτερη λειτουργία που έχει αποκτήσει στη ζωή του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Το θεραπευτικό αίτημα διαμορφώνεται μέσα από αυτή τη μετακίνηση. Η ερώτηση δεν παραμένει μόνο «πώς θα σταματήσει αυτό που μου συμβαίνει;», αλλά αρχίζει να αφορά και το «πώς συνδέομαι εγώ με αυτό που επανέρχεται;».
Η πρώτη συνάντηση ανοίγει τη δυνατότητα αυτής της μετάβασης, χωρίς να απαιτεί να ολοκληρωθεί μέσα σε μία συνεδρία.
Η θέση του θεραπευτή
Ο θεραπευτής δεν βρίσκεται στη θέση εκείνου που γνωρίζει εκ των προτέρων ποια επιλογή είναι σωστή ή πώς πρέπει να ζήσει κάποιος. Δεν προσφέρει μια έτοιμη εκδοχή της ζωής στην οποία το υποκείμενο καλείται να προσαρμοστεί.
Η θέση του συνδέεται με την ακρόαση, τη διατήρηση του θεραπευτικού πλαισίου και τις παρεμβάσεις που επιτρέπουν να αναδειχθούν όσα επανέρχονται μέσα στον λόγο. Δεν συμπληρώνει βιαστικά τα κενά ούτε καταργεί την αβεβαιότητα με μια γρήγορη εξήγηση.
Από την πρώτη συνάντηση αρχίζει να διαμορφώνεται και η θεραπευτική σχέση. Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να δημιουργηθεί αμέσως οικειότητα ή απόλυτη εμπιστοσύνη. Η θεραπευτική σχέση συγκροτείται μέσα στον χρόνο, μέσα από τη συνέπεια των συναντήσεων και τη δυνατότητα να αποκτούν χώρο ακόμη και όσα είναι δύσκολο να ειπωθούν.
Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα πάντα από την αρχή. Χρειάζεται να μπορεί να αισθανθεί ότι υπάρχει ένας τόπος στον οποίο ο λόγος του δεν θα περιοριστεί σε μια έτοιμη συμβουλή, μια ηθική κρίση ή μια γενική εξήγηση.
Η πρώτη συνάντηση ως αρχή μιας δυνατότητας
Η πρώτη συνεδρία δεν δεσμεύει τον άνθρωπο να συνεχίσει ούτε καθορίζει εκ των προτέρων ολόκληρη την πορεία της θεραπείας. Αποτελεί μια πρώτη δυνατότητα να συναντηθεί με τον θεραπευτή, να μιλήσει για αυτό που τον φέρνει και να διαπιστώσει αν μπορεί να αρχίσει μια θεραπευτική εργασία.
Δεν είναι απαραίτητο να υπάρξει άμεση ανακούφιση ή μια εντυπωσιακή αποκάλυψη. Συχνά η πρώτη συνάντηση αφήνει την αίσθηση ότι ειπώθηκε μόνο ένα μέρος όσων απασχολούν τον άνθρωπο. Αυτό είναι αναμενόμενο. Η θεραπεία δεν συμπυκνώνει την προσωπική ιστορία σε μία συνεδρία και δεν προσφέρει μια πλήρη απάντηση πριν ακόμη διαμορφωθεί το ερώτημα.
Η σημασία της πρώτης συνάντησης βρίσκεται στο ότι κάτι που μέχρι τότε παρέμενε μέσα στη σιωπή, στην αναβολή ή στην επανάληψη έχει πλέον απευθυνθεί σε έναν άλλον.
Από αυτό το σημείο μπορεί να αρχίσει η θεραπευτική διαδικασία: μέσα από τη συνέχεια των συναντήσεων, τον ιδιαίτερο χρόνο κάθε υποκειμένου και τη σταδιακή διαμόρφωση του θεραπευτικού αιτήματος.
Όταν το ερώτημα βρίσκει έναν τόπο
Η ψυχοθεραπεία δεν ξεκινά όταν ο άνθρωπος έχει κατανοήσει πλήρως τι του συμβαίνει. Ξεκινά όταν αναγνωρίζει ότι κάτι επιμένει και αποφασίζει να μην το κρατήσει αποκλειστικά μέσα στην εσωτερική του εμπειρία.
Η πρώτη συνάντηση δεν καταργεί την αβεβαιότητα. Δημιουργεί όμως έναν τόπο στον οποίο αυτή η αβεβαιότητα μπορεί να ειπωθεί και να αποτελέσει αντικείμενο θεραπευτικής εργασίας.
Αν η σκέψη της ψυχοθεραπείας επανέρχεται ή αν μια δυσκολία δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί με τους γνώριμους τρόπους, μια πρώτη συνάντηση προσφέρει τη δυνατότητα να διερευνηθεί τι ακριβώς ζητά να αποκτήσει λόγο.
Για πληροφορίες σχετικά με τις δια ζώσης συνεδρίες στην Πάτρα και τις διαδικτυακές συνεδρίες, μπορείτε να δείτε τη σελίδα Υπηρεσίες ή να επικοινωνήσετε με το γραφείο.
Αυτή η μορφή είναι ολοκληρωμένη, περισσότερο ψυχαναλυτική και ταυτόχρονα δεν αποκαλύπτει ή περιγράφει υπερβολικά την πρώτη συνεδρία. Ενημερώνει αρκετά ώστε να μειώνει την αμηχανία, αλλά αφήνει τη συνάντηση ανοιχτή — και οδηγεί φυσικά προς την επικοινωνία με το γραφείο.