Burnout ή κατάθλιψη; Πού τελειώνει η εξάντληση και πού αρχίζει το σύμπτωμα

Όταν η κοινωνική απαίτηση για επίδοση συναντά τα όρια της επιθυμίας

Τα τελευταία χρόνια ο όρος burnout έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη θέση στον δημόσιο λόγο. Επαγγελματίες υγείας, εκπαιδευτικοί, εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, δημόσιοι υπάλληλοι και ελεύθεροι επαγγελματίες περιγράφουν ολοένα και συχνότερα την εμπειρία τους μέσα από τη γλώσσα της εξουθένωσης. Η διάδοση του όρου είναι τέτοια ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις φαίνεται να έχει καταστεί η κυρίαρχη μορφή με την οποία η σύγχρονη κοινωνία μιλά για τη δυσφορία που συνδέεται με την εργασία.

Το ενδιαφέρον στοιχείο δεν αφορά μόνο τη συχνότητα χρήσης του όρου αλλά και τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο γίνεται κοινωνικά αποδεκτός. Σε αντίθεση με την κατάθλιψη, η οποία εξακολουθεί να συνδέεται με εικόνες ψυχικής κατάρρευσης, αδυναμίας ή απώλειας ζωτικότητας, το burnout παρουσιάζεται συχνά ως η συνέπεια μιας υπερβολικής επένδυσης στην εργασία. Υποδηλώνει ότι κάποιος προσπάθησε πολύ, αφιερώθηκε υπερβολικά, ανέλαβε περισσότερα από όσα μπορούσε να αντέξει. Με αυτόν τον τρόπο, η εξουθένωση αποκτά μια ιδιότυπη ηθική νομιμοποίηση. Δεν εμφανίζεται ως αδυναμία αλλά ως το τίμημα μιας υπερβολικής προσαρμογής στις απαιτήσεις της εποχής.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άσχετη με τις μεταβολές που έχουν συντελεστεί στον τρόπο οργάνωσης της κοινωνικής ζωής. Αν παλαιότερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης βασίζονταν κυρίως στην απαγόρευση και στον περιορισμό, η σύγχρονη συνθήκη φαίνεται να οργανώνεται όλο και περισσότερο γύρω από την επίδοση. Όπως επισημαίνει ο Byung-Chul Han (2010), η προσταγή δεν εμφανίζεται πλέον μόνο με τη μορφή του «δεν πρέπει», αλλά και με τη μορφή του «μπορείς ακόμη περισσότερο». Το υποκείμενο καλείται να είναι παραγωγικό, δημιουργικό, ευέλικτο, διαθέσιμο και διαρκώς εξελισσόμενο. Η εργασία παύει να αποτελεί απλώς ένα μέσο βιοπορισμού και μετατρέπεται συχνά σε βασικό φορέα ταυτότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, η εξουθένωση δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά ως αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων. Οι κοινωνικές απαιτήσεις ασφαλώς παίζουν καθοριστικό ρόλο, ωστόσο η ψυχαναλυτική σκέψη επιμένει ότι οι εξωτερικές επιταγές δεν δρουν ποτέ μόνες τους. Συναντούν πάντοτε έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με την επιτυχία, την αναγνώριση, την ευθύνη και την επιθυμία.

Η εργασία δεν είναι μόνο εργασία. Για πολλούς ανθρώπους αποτελεί τόπο αναγνώρισης, επιβεβαίωσης και συγκρότησης της αξίας του εαυτού. Η ψυχαναλυτική θεωρία έχει αναδείξει εδώ και καιρό ότι η ανάγκη για αναγνώριση δεν αποτελεί δευτερεύον στοιχείο της ψυχικής ζωής αλλά θεμελιώδη διάσταση της συγκρότησης του υποκειμένου. Ήδη από το Στάδιο του Καθρέφτη, ο Lacan (1949) περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η εικόνα του εαυτού διαμορφώνεται μέσα από τη σχέση με τον Άλλο και το βλέμμα του.

Υπό αυτή την έννοια, η εργασία μπορεί να μετατραπεί σε προνομιακό πεδίο αναζήτησης αναγνώρισης. Η επαγγελματική επιτυχία δεν βιώνεται μόνο ως επίτευγμα αλλά συχνά ως απόδειξη προσωπικής επάρκειας. Αντίστοιχα, η αποτυχία ή η αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογο ψυχικό βάρος. Δεν απειλεί μόνο μια επαγγελματική θέση αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του.

→ Δείτε επίσης: Ναρκισσισμός, η ερωτική έλξη της Κατοπτρικής Εικόνας

Από αυτή την άποψη, η εξουθένωση δεν αφορά μόνο την ποσότητα της εργασίας. Αφορά και τη σχέση του υποκειμένου με τις απαιτήσεις που το οργανώνουν. Η κατάρρευση δεν εμφανίζεται απλώς επειδή οι υποχρεώσεις είναι πολλές. Εμφανίζεται συχνά στο σημείο όπου η δυνατότητα ανταπόκρισης αρχίζει να συναντά τα όριά της και όπου η αδυναμία γίνεται δύσκολο να ενσωματωθεί στην εικόνα που το ίδιο το υποκείμενο έχει για τον εαυτό του.

Η αυξανόμενη αναγνώριση του burnout δημιουργεί ωστόσο ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Όσο περισσότερο το φαινόμενο γίνεται ορατό, τόσο περισσότερο το υποκείμενο καλείται να προσαρμοστεί στις συνθήκες που συμβάλλουν στην παραγωγή του. Η εξουθένωση αναγνωρίζεται, αλλά η απαίτηση για απόδοση παραμένει. Οι δυσκολίες κατονομάζονται, αλλά οι μηχανισμοί που τις παράγουν συχνά παραμένουν ανέπαφοι.

Η παρατήρηση αυτή θυμίζει την ανάλυση του Alain Ehrenberg (1998), σύμφωνα με την οποία η σύγχρονη δυσφορία δεν προκύπτει πλέον πρωτίστως από την απαγόρευση αλλά από την αδυναμία ανταπόκρισης στο ιδεώδες της αυτοπραγμάτωσης. Το υποκείμενο δεν αισθάνεται μόνο ότι πιέζεται από εξωτερικές απαιτήσεις· αισθάνεται επίσης ότι οφείλει να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του, να εξελιχθεί, να διακριθεί και να επιτύχει. Η αποτυχία δεν βιώνεται τότε ως ένα περιορισμένο γεγονός αλλά ως αμφισβήτηση της ίδιας της προσωπικής αξίας.

Με αυτόν τον τρόπο, το burnout κινδυνεύει να μετατραπεί σε μία ακόμη κατηγορία διαχείρισης της δυσφορίας. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον γιατί εξαντλείται το υποκείμενο αλλά πώς θα συνεχίσει να λειτουργεί παρά την εξάντλησή του. Η προσοχή μετατοπίζεται από τις συνθήκες που παράγουν τη δυσφορία προς την ικανότητα του ατόμου να παραμένει λειτουργικό παρά τη δυσφορία.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο το burnout αποκτά ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον. Η κοινωνική του αποδοχή φαίνεται να συνδέεται όχι μόνο με την περιγραφική του ακρίβεια αλλά και με το γεγονός ότι προσφέρει μια γλώσσα συμβατή με τις κυρίαρχες αξίες της εποχής. Επιτρέπει να μιλήσει κανείς για τη δυσφορία χωρίς να αμφισβητήσει αναγκαστικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή παράγεται. Η εξάντληση παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα υπερβολικής προσπάθειας και όχι ως αφορμή για να τεθεί το ερώτημα της επιθυμίας, της απώλειας ή του νοήματος.

Η κοινωνική επιτυχία του όρου δεν είναι επομένως άσχετη με τη λειτουργία του. Το burnout επιτρέπει να αναγνωριστεί η ύπαρξη της δυσφορίας διατηρώντας ταυτόχρονα ανέπαφη την αξία της επίδοσης. Η εξουθένωση γίνεται αποδεκτή στο μέτρο που παραμένει συνδεδεμένη με την προσπάθεια. Κατά κάποιον τρόπο, το υποκείμενο συνεχίζει να αναγνωρίζεται μέσα από αυτό που το εξαντλεί.

Εδώ αναδύεται και το ερώτημα της σχέσης ανάμεσα στο burnout και στην κατάθλιψη. Παρά τις κλινικές διαφορές που έχουν περιγραφεί στη βιβλιογραφία, η διάκριση δεν είναι πάντοτε σαφής. Η κόπωση, η απώλεια κινήτρου, η συναισθηματική απόσυρση και η αίσθηση αδυναμίας μπορούν να εμφανιστούν και στις δύο καταστάσεις. Ωστόσο, η κατάθλιψη φαίνεται συχνά να αφορά κάτι περισσότερο από την εξάντληση που προκαλεί η υπερβολική επένδυση στην εργασία.

Ενώ το burnout παραμένει συνδεδεμένο κυρίως με μια συγκεκριμένη περιοχή της ζωής – συνήθως τον επαγγελματικό χώρο – η κατάθλιψη τείνει να επηρεάζει συνολικότερα τη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία, το ενδιαφέρον και τη δυνατότητα επένδυσης στον κόσμο. Για τον λόγο αυτό, η μετάβαση από τη μία κατάσταση στην άλλη δεν μπορεί να περιγραφεί μόνο ποσοτικά, ως ζήτημα μεγαλύτερης ή μικρότερης κόπωσης, αλλά απαιτεί να ληφθεί υπόψη η διαφορετική ψυχική τους οργάνωση.

Η φροϋδική διάκριση ανάμεσα στο πένθος και τη μελαγχολία (Freud, 1917) εξακολουθεί να προσφέρει ένα χρήσιμο θεωρητικό πλαίσιο. Η μελαγχολία δεν αφορά μόνο την απώλεια ενός αντικειμένου αλλά και μια ιδιαίτερη μεταβολή στη σχέση του υποκειμένου με τον εαυτό του. Με αυτή την έννοια, η κατάθλιψη δεν περιορίζεται στην αδυναμία ανταπόκρισης στις απαιτήσεις της πραγματικότητας αλλά μπορεί να εκφράζει μια βαθύτερη μεταβολή στη σχέση με την επιθυμία, το ενδιαφέρον για τον κόσμο και τις ίδιες τις πηγές νοήματος της ύπαρξης.

Από ψυχαναλυτική σκοπιά, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο αν κάποιος εργάζεται υπερβολικά ή αν εμφανίζει καταθλιπτικά συμπτώματα. Το ενδιαφέρον στρέφεται στη θέση που καταλαμβάνει η εργασία μέσα στην ψυχική οικονομία του υποκειμένου. Τι ακριβώς επενδύεται στην εργασία; Τι είδους αναγνώριση αναζητείται μέσα από αυτή; Γιατί η επιβράδυνση, η αποτυχία ή η παραίτηση βιώνονται συχνά ως απειλή για την ίδια την αίσθηση ταυτότητας;

→ Δείτε επίσης: Ο Οίκος του Εγώ

Ίσως γι’ αυτό η εξουθένωση δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά ως ατομικό πρόβλημα ούτε αποκλειστικά ως κοινωνικό φαινόμενο. Αναδύεται στο σημείο συνάντησης ανάμεσα στις κοινωνικές επιταγές και στους ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους το κάθε υποκείμενο επιχειρεί να ανταποκριθεί σε αυτές. Δεν αποτελεί μόνο συνέπεια ενός υπερβολικού φόρτου εργασίας αλλά και έκφραση μιας συγκεκριμένης σχέσης με την επιτυχία, την αναγνώριση και τα ιδανικά που οργανώνουν τη ζωή.

Ίσως, τελικά, το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι πού τελειώνει η εξάντληση και πού αρχίζει το σύμπτωμα. Ίσως να είναι τι ακριβώς μας λέει η εξουθένωση για τον τρόπο με τον οποίο έχουμε μάθει να υπάρχουμε. Για τον τρόπο με τον οποίο συνδέουμε την αξία μας με την παραγωγικότητα, για τη δυσκολία να αναγνωρίσουμε τα όριά μας και για την ολοένα αυξανόμενη απαίτηση να είμαστε διαρκώς διαθέσιμοι, δημιουργικοί και επαρκείς.

Υπό αυτή την έννοια, το burnout δεν αποτελεί μόνο μια περιγραφή της ψυχικής δυσφορίας στη σύγχρονη εργασία. Αποτελεί και ένα παράθυρο προς τις μορφές υποκειμενικότητας που παράγει η εποχή μας. Και ίσως γι’ αυτό να μας αφορά τόσο πολύ.

Σχετικά άρθρα

Share your love