Ψυχοσωματικά συμπτώματα: το σώμα ως τόπος της έλλειψης

Ανάμεσα στο σύμπτωμα, την επιθυμία και τα όρια της συμβολοποίησης

Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα αποτελούν μία από τις πιο σύνθετες περιοχές συνάντησης ανάμεσα στην ψυχική και τη σωματική ζωή. Παρότι ο όρος χρησιμοποιείται σήμερα με μεγάλη συχνότητα, η ψυχαναλυτική προσέγγιση επιχειρεί να φωτίσει όχι μόνο τη σχέση ανάμεσα στην ψυχική οδύνη και στο σώμα, αλλά και τα όρια της συμβολοποίησης και της ψυχικής επεξεργασίας.

Ο όρος «ψυχοσωματικό» έχει πλέον εγκατασταθεί στη σύγχρονη καθημερινότητα. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα ευρύ φάσμα σωματικών εκδηλώσεων, από γαστρεντερικές ενοχλήσεις και δερματικά προβλήματα έως χρόνιους πόνους και λειτουργικές διαταραχές για τις οποίες δεν ανευρίσκεται πάντοτε σαφής οργανική αιτιολογία. Η διάδοσή του υπήρξε τόσο μεγάλη ώστε συχνά η ίδια η λέξη φαίνεται να προσφέρει μια εύκολη εξήγηση: το σώμα νοσεί επειδή η ψυχή υποφέρει.

Μια τέτοια διατύπωση, αν και δεν είναι εντελώς λανθασμένη, αποδεικνύεται ανεπαρκής. Η ψυχαναλυτική σκέψη δεν ενδιαφέρεται πρωτίστως να επιβεβαιώσει ότι η ψυχική ζωή επηρεάζει το σώμα. Αυτό θεωρείται ήδη δεδομένο. Το πραγματικό ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο ορισμένες εμπειρίες εγγράφονται στον ψυχισμό, πώς αναπαρίστανται, πώς μετασχηματίζονται σε σκέψη, σε φαντασίωση ή σε σύμπτωμα, και τι συμβαίνει όταν αυτή η διαδικασία συναντά τα όριά της.

Υπό αυτή την έννοια, το ψυχοσωματικό φαινόμενο δεν αποτελεί απλώς μια περιοχή συνάντησης ψυχής και σώματος. Αποτελεί ένα προνομιακό πεδίο για να σκεφτούμε τα όρια της ψυχικής επεξεργασίας και τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο διαχειρίζεται όσα αδυνατεί να εντάξει πλήρως στην ιστορία του.

Το αίνιγμα του ψυχοσωματικού

Η δυσκολία προσέγγισης των ψυχοσωματικών φαινομένων έγκειται στο γεγονός ότι δεν καταλαμβάνουν μια σαφώς οριοθετημένη θέση. Δεν πρόκειται αποκλειστικά για οργανικές παθήσεις, αλλά ούτε και για συμπτώματα που μπορούν πάντοτε να ερμηνευθούν ως φορείς ενός κρυμμένου νοήματος.

Η έννοια του ψυχοσωματικού βρίσκεται εξαρχής σε μια ενδιάμεση περιοχή. Το σώμα παρουσιάζει μια δυσλειτουργία ή μια επίμονη εκδήλωση, ενώ ταυτόχρονα η κλινική εμπειρία υποδεικνύει ότι η ψυχική ζωή του υποκειμένου συμμετέχει με κάποιον τρόπο στη διαμόρφωση ή στη διατήρησή της.

Η ψυχανάλυση δεν αντιμετώπισε ποτέ αυτή τη σχέση ως μια απλή γραμμική αιτιότητα. Δεν υποστήριξε ότι ένα συγκεκριμένο συναίσθημα προκαλεί αναγκαστικά μια συγκεκριμένη σωματική διαταραχή. Αντίθετα, επιχείρησε να κατανοήσει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο οργανώνει την εμπειρία του και τη θέση που καταλαμβάνει το σώμα μέσα σε αυτή την οργάνωση.

Αυτός είναι και ο λόγος που τα ψυχοσωματικά συμπτώματα εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα πλέον σύνθετα αντικείμενα της ψυχαναλυτικής θεωρίας. Δεν αφορούν μόνο το σώμα που πάσχει αλλά και τα όρια της αναπαράστασης, της σκέψης και της ψυχικής επεξεργασίας.

Το σώμα πέρα από τον οργανισμό

Η συμβολή του Freud υπήρξε καθοριστική για την κατανόηση αυτής της προβληματικής. Μέσα από τη μελέτη της υστερίας ανέδειξε ότι το σώμα δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως βιολογικός οργανισμός. Οι υστερικές παραλύσεις, οι αναισθησίες ή οι σωματικές μετατροπές που παρατηρούσε δεν μπορούσαν να εξηγηθούν επαρκώς από την οργανική ιατρική της εποχής.

Η ανακάλυψη αυτή εισήγαγε μια ριζικά νέα ιδέα: το σώμα που συναντά η ψυχανάλυση είναι πάντοτε ένα σώμα επενδεδυμένο από σημασίες, επιθυμίες και ασυνείδητες διεργασίες.

Αργότερα, ο Lacan θα αναπτύξει περαιτέρω αυτή τη θέση δείχνοντας ότι η ίδια η αίσθηση της σωματικής ενότητας δεν αποτελεί φυσικό δεδομένο αλλά αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης διαδικασίας ταύτισης. Το σώμα συγκροτείται μέσα από την εικόνα, τη γλώσσα και τη σχέση με τον Άλλο. Δεν προηγείται της υποκειμενικότητας· διαμορφώνεται μαζί της.

Υπό αυτή την έννοια, η ψυχανάλυση δεν μιλά για ένα σώμα αποκομμένο από την ψυχική ζωή αλλά για ένα σώμα που έχει ήδη εγγραφεί μέσα σε ένα πλέγμα σχέσεων, επιθυμιών και συμβολικών προσδιορισμών.

→ Δείτε επίσης: Ναρκισσισμός, η ερωτική έλξη της Κατοπτρικής Εικόνας

Από την υστερία στο ψυχοσωματικό φαινόμενο

Παρά τη σημασία της φροϋδικής ανακάλυψης, η ψυχαναλυτική σκέψη βρέθηκε σύντομα αντιμέτωπη με φαινόμενα που δεν μπορούσαν να κατανοηθούν πλήρως μέσα από το μοντέλο της υστερίας.

Στην υστερία, το σύμπτωμα διαθέτει μια συμβολική λογική. Μπορεί να ιδωθεί ως ένας ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης μιας ασυνείδητης σύγκρουσης. Η ερμηνεία και η ανάλυση επιτρέπουν συχνά να αποκαλυφθούν οι συνδέσεις ανάμεσα στο σύμπτωμα και στην ιστορία του υποκειμένου.

Το ψυχοσωματικό φαινόμενο, ωστόσο, φαίνεται να λειτουργεί διαφορετικά. Εδώ το σύμπτωμα δεν προσφέρεται πάντοτε για την ίδια μορφή ερμηνευτικής εργασίας. Συχνά παρουσιάζει μια επιμονή που δεν εξηγείται αποκλειστικά από τη συμβολική του διάσταση.

Αυτή ακριβώς η διαφορά απασχόλησε τον Pierre Marty και τη Σχολή Ψυχοσωματικής των Παρισίων. Ο Marty υποστήριξε ότι ορισμένα υποκείμενα παρουσιάζουν δυσκολίες στην ανάπτυξη και διατήρηση μιας επαρκούς φαντασιακής και συμβολικής δραστηριότητας. Όταν η ψυχική επεξεργασία περιορίζεται, η ένταση δεν μετασχηματίζεται με την ίδια ευκολία σε φαντασίωση, όνειρο ή νευρωτικό σύμπτωμα.

Η υπόθεση αυτή δεν καταργεί την ψυχική σημασία του ψυχοσωματικού φαινομένου. Αντιθέτως, επιχειρεί να εξηγήσει γιατί ορισμένες σωματικές εκδηλώσεις φαίνεται να εγκαθίστανται εκεί όπου η ψυχική εργασία δυσκολεύεται να επιτελέσει τον μετασχηματιστικό της ρόλο.

Η δυσκολία της συμβολοποίησης

Η έννοια της συμβολοποίησης κατέχει κεντρική θέση στην ψυχαναλυτική θεωρία. Μέσα από αυτή τη διαδικασία οι εμπειρίες αποκτούν ψυχική αναπαράσταση, εντάσσονται στην ιστορία του υποκειμένου και καθίστανται διαθέσιμες στη σκέψη.

Η συμβολοποίηση δεν συνεπάγεται ότι η οδύνη εξαφανίζεται. Επιτρέπει όμως στο υποκείμενο να τη σκεφτεί, να τη συνδέσει με άλλες εμπειρίες και να της αποδώσει μια θέση μέσα στον ψυχικό του κόσμο.

Τα ψυχοσωματικά φαινόμενα θέτουν ακριβώς το ερώτημα των ορίων αυτής της διαδικασίας. Τι συμβαίνει όταν μια εμπειρία δεν κατορθώνει να αποκτήσει επαρκή ψυχική αναπαράσταση; Τι συμβαίνει όταν η σκέψη δυσκολεύεται να επεξεργαστεί μια απώλεια, μια σύγκρουση ή μια μορφή ψυχικής έντασης;

Η ψυχανάλυση δεν προσφέρει μια καθολική απάντηση. Αναγνωρίζει όμως ότι το ψυχοσωματικό φαινόμενο συχνά εμφανίζεται σε εκείνο το σημείο όπου η ψυχική επεξεργασία συναντά ένα όριο.

Το σώμα ως τόπος της έλλειψης

Η λακανική θεωρία επιτρέπει να φωτιστεί αυτή η προβληματική από μια διαφορετική οπτική. Το υποκείμενο συγκροτείται γύρω από μια θεμελιώδη έλλειψη, γύρω από κάτι που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί πλήρως ούτε να αποκατασταθεί οριστικά.

Η έλλειψη αυτή δεν αποτελεί παθολογία. Αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Μέσα από αυτήν καθίσταται δυνατή η επιθυμία, η αναζήτηση και η σχέση με τον Άλλο.

Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με εμπειρίες που υπερβαίνουν τις διαθέσιμες δυνατότητες συμβολικής επεξεργασίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το σώμα μπορεί να εμπλακεί με τρόπους που δεν περιορίζονται ούτε στη βιολογία ούτε στη νευρωτική συμπτωματολογία.

Το ψυχοσωματικό φαινόμενο μπορεί τότε να ιδωθεί ως μια από τις μορφές με τις οποίες αναδεικνύονται τα όρια της συμβολοποίησης. Όχι ως μήνυμα που αναμένει αποκωδικοποίηση αλλά ως φαινόμενο που υπενθυμίζει ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται ποτέ πλήρως στις σημασίες που της αποδίδουμε.

→ Δείτε επίσης: Ο Οίκος του Εγώ

 

Η εποχή των οικείων λέξεων

Στη σύγχρονη κοινωνία, όροι όπως «άγχος», «burnout», «κρίση πανικού», «τραύμα» ή «ψυχοσωματικό» έχουν καταστεί μέρος της καθημερινής γλώσσας. Πρόκειται αναμφίβολα για μια σημαντική πολιτισμική μεταβολή, καθώς η ψυχική οδύνη διαθέτει πλέον ένα λεξιλόγιο που επιτρέπει την αναγνώρισή της.

Η ύπαρξη των λέξεων, ωστόσο, δεν εγγυάται και την επεξεργασία της εμπειρίας. Συχνά η διάγνωση προηγείται της κατανόησης και η ονομασία προηγείται της προσωπικής διερεύνησης. Το υποκείμενο γνωρίζει ήδη πώς ονομάζεται αυτό που του συμβαίνει, χωρίς να έχει ακόμη κατανοήσει τη θέση που καταλαμβάνει στη δική του ιστορία.

Ίσως αυτή να αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές αντιφάσεις της εποχής μας. Διαθέτουμε περισσότερες έννοιες για να περιγράψουμε την ψυχική οδύνη από οποιαδήποτε άλλη περίοδο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουμε αναπτύξει αντίστοιχες δυνατότητες να τη σκεφτούμε.

Από αυτή την άποψη, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα διατηρούν τη θεωρητική και κλινική τους σημασία. Μας υπενθυμίζουν ότι ανάμεσα στην κατονομασία μιας εμπειρίας και στην ψυχική της επεξεργασία εξακολουθεί να υπάρχει μια απόσταση που καμία διαγνωστική κατηγορία δεν μπορεί να καταργήσει.

Επίλογος

Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα δεν αποτελούν ούτε απλές οργανικές διαταραχές ούτε εύκολους συμβολικούς γρίφους. Ανήκουν σε μια σύνθετη περιοχή όπου συναντώνται το σώμα, η επιθυμία, η ψυχική οργάνωση και τα όρια της συμβολοποίησης.

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση δεν αναζητά μια γενική εξήγηση που να ισχύει για όλους. Αντιθέτως, επιχειρεί να κατανοήσει τη μοναδική θέση που καταλαμβάνει το σύμπτωμα στη ζωή κάθε υποκειμένου και τον τρόπο με τον οποίο αυτό συνδέεται με την προσωπική του ιστορία.

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη συμβολή των ψυχοσωματικών φαινομένων να βρίσκεται στο γεγονός ότι μας αναγκάζουν να εγκαταλείψουμε τις απλοϊκές αντιθέσεις ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή. Μας φέρνουν αντιμέτωπους με μια περιοχή όπου η βιολογία, η επιθυμία, η σκέψη και η ανθρώπινη ευαλωτότητα παραμένουν αξεδιάλυτα συνδεδεμένες.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Freud, S. (1895). Studies on Hysteria.

Freud, S. (1923). The Ego and the Id.

Lacan, J. (1949). The Mirror Stage as Formative of the Function of the I.

Lacan, J. (1973). The Four Fundamental Concepts of Psychoanalysis.

Marty, P. (1991). Mentalization and Psychosomatics.

 

Σχετικά άρθρα

Share your love