
«Φέρτε μου ένα σύννεφο να πέσω»: η εξοικείωση με το αδιανόητο
Η κανονικοποίηση του ανοίκειου και η διάβρωση της προσδοκίας
Η απώλεια της έκπληξης δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ένδειξη κατανόησης της πραγματικότητας. Μπορεί να σηματοδοτεί τη διάβρωση της προσδοκίας ότι η πραγματικότητα θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Στη φράση «φέρτε μου ένα σύννεφο να πέσω», η φαινομενικά κωμική υπερβολή εγγράφει ακριβώς αυτή τη μετατόπιση: το υποκείμενο δεν δηλώνει ότι αιφνιδιάστηκε, όπως στην έκφραση «έπεσα από τα σύννεφα», αλλά ζητά τον όρο που θα καθιστούσε εκ νέου δυνατό τον αιφνιδιασμό. Η έκπληξη εμφανίζεται όχι ως αυτονόητη αντίδραση στο γεγονός, αλλά ως δυνατότητα που χρειάζεται να ανακτηθεί.
Η ειρωνική χρήση της φράσης επιτρέπει να διατυπωθεί το κεντρικό πρόβλημα: η επανάληψη του απαράδεκτου μπορεί να μεταβάλει όχι την αξιολόγησή του, αλλά τη θέση του μέσα στον ορίζοντα του αναμενόμενου. Το υποκείμενο εξακολουθεί να αναγνωρίζει εκείνο που θα δικαιολογούσε αγανάκτηση ή δημόσια κατάκριση, ενώ προετοιμάζεται ήδη για την επανεμφάνισή του. Η κόπωση δεν καταργεί αναγκαστικά την κρίση· μπορεί να αποδυναμώνει την προσδοκία ότι η κρίση θα διακόψει την επανάληψη. Το αδιανόητο δεν δικαιώνεται. Εγκαθίσταται ως οικεία δυνατότητα της καθημερινότητας.
Όταν η εξαίρεση γίνεται προσδοκία
Η εξοικείωση και η αποδοχή συνιστούν διαφορετικές σχέσεις προς την ίδια συνθήκη. Κάποιος μπορεί να απορρίπτει μια πραγματικότητα ως απαράδεκτη και συγχρόνως να έχει αποσύρει την προσδοκία μεταβολής της. Στη διάσταση αυτή ανάμεσα στην αξιολογική κρίση και στην αναμενόμενη αποτελεσματικότητά της βρίσκεται η ουσιώδης μετατόπιση: δεν εξασθενεί αναγκαστικά η αναγνώριση του προβλήματος, αλλά η πεποίθηση ότι η αντίδραση θα έχει συνέπειες. Η ειρωνεία, το στιγμιαίο σχόλιο και η σύντομη αγανάκτηση μπορούν τότε να συνυπάρχουν με την απρόσκοπτη συνέχιση της καθημερινότητας.
Η διάκριση ανάμεσα στην ατομική προσαρμογή και στο συλλογικό αποτέλεσμά της είναι εδώ αποφασιστική. Ο περιορισμός των προσδοκιών μπορεί να λειτουργεί ως προστασία απέναντι στην επαναλαμβανόμενη ματαίωση: η μικρότερη επένδυση σε μια διαφορετική έκβαση μειώνει την έκθεση στη διάψευση. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στην απόδοση μιας παθολογίας στο υποκείμενο, αλλά στην αμφισημία αυτής της προστασίας. Εκείνο που καθιστά το παρόν περισσότερο ανεκτό μπορεί συγχρόνως να στενεύει τη σχέση με το μέλλον. Η προσαρμογή δεν μαρτυρεί επιθυμία του απαράδεκτου ούτε συμφωνία μαζί του· οργανώνει, όμως, την αναμονή γύρω από την πιθανότητα ότι τίποτε ουσιαστικό δεν θα μεταβληθεί.
Το συλλογικό αποτέλεσμα δεν προκύπτει ως απλό άθροισμα ατομικών ψυχικών αντιδράσεων. Όταν, ωστόσο, η υποχώρηση της προσδοκίας γίνεται κοινή εμπειρία, μπορεί να περιορίζεται και η δυνατότητα συγκρότησης μιας διαφορετικής έκβασης ως συλλογικά επιδιώξιμης. Η επανάληψη δεν συσσωρεύει αναγκαστικά ένταση έως την αντίδραση· μπορεί να εγκαθιστά χαμηλότερες προσδοκίες και δυσκολία να φανταστούμε τη διακοπή της. Αυτό που εμφανίζεται ως κοινωνική αβουλία δεν δικαιολογεί τη διάγνωση μιας κοινωνίας που αδιαφορεί. Θέτει το ερώτημα πώς η παρατεταμένη ματαίωση μετασχηματίζει τη σχέση ανάμεσα στην αναγνώριση, στην απαίτηση και στη δράση.
Η εξοικείωση με το απαράδεκτο δεν διαμορφώνεται σε κοινωνικό κενό. Η δημόσια αφήγηση της ανάπτυξης μπορεί να συνυπάρχει με την ανασφάλεια γύρω από τη στέγαση και την κάλυψη βασικών αναγκών. Η συνύπαρξη αυτή δεν αρκεί για να συναγάγουμε κοινωνική απάθεια· ορίζει, όμως, το πεδίο μέσα στο οποίο το υποκείμενο καλείται να σχεδιάσει τη ζωή του.
Η ανασφάλεια συναντά την απαίτηση ατομικής προσαρμογής: το άτομο καλείται να παραμένει ευέλικτο και παραγωγικό και να διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα περιορισμούς που έχουν κοινωνικές και υλικές αιτίες. Όταν αυτοί οι περιορισμοί βιώνονται ως προσωπική ευθύνη, η ματαίωση μπορεί να εκφραστεί μέσα από την ειρωνική απόσταση.
Η ειρωνεία ως απόσταση από τη ματαίωση
Η ειρωνεία της φράσης «φέρτε μου ένα σύννεφο να πέσω» διατηρεί την αναγνώριση του απαράδεκτου, μεταβάλλοντας συγχρόνως τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται. Η φροϋδική προσέγγιση του χιούμορ φωτίζει αυτή τη δυνατότητα ως οικονομία του συναισθήματος: η αναμενόμενη οδύνη ή αγανάκτηση μπορεί να μετασχηματίζεται σε αστεϊσμό, χωρίς να αναιρείται το γεγονός που την προκαλεί. Η αναφορά στον Freud έχει εδώ συγκεκριμένη αναλυτική λειτουργία. Επιτρέπει να διακρίνουμε την άρνηση της πραγματικότητας από μια μεταβολή της συναισθηματικής σχέσης προς αυτήν. Το υποκείμενο δεν παύει να βλέπει· βρίσκει έναν τρόπο να αντέχει εκείνο που βλέπει.
Η ίδια λειτουργία παραμένει αμφίσημη. Η ειρωνεία εκφράζει εκείνο που θα ήταν δυσβάστακτο και προσφέρει απόσταση από την αίσθηση αδυναμίας. Όταν, όμως, γίνεται η πάγια κατάληξη κάθε νέας ματαίωσης, μπορεί να απορροφά την ένταση πριν αυτή αποκτήσει διάρκεια ως επεξεργασμένη κρίση ή συλλογική απαίτηση. Δεν αποτελεί αιτία της αδράνειας ούτε αποκλείει τη δράση. Αναδεικνύει τη δυνατότητα μιας μορφής λόγου να επιτελεί ταυτόχρονα δύο έργα: να διατηρεί την αγανάκτηση αναγνωρίσιμη και να καθιστά περισσότερο υποφερτούς τους όρους που την προκαλούν.
Το φροϋδικό ανοίκειο οριοθετεί, αντί να εξηγεί, τη διαδικασία αυτή. Στο σχετικό δοκίμιο, ο Freud διερευνά την ανησυχητική επιστροφή του οικείου ως ξένου. Εδώ εξετάζεται μια διαφορετική κίνηση: το ηθικά και πολιτικά απαράδεκτο εντάσσεται, μέσω της επανάληψης, στον ορίζοντα της συνήθους αναμονής. Η οικειότητα αφορά πλέον την πρόβλεψη του γεγονότος, όχι τη συμφιλίωση μαζί του. Η διάκριση ανάμεσα στο αναμενόμενο και στο αποδεκτό επιτρέπει να διατηρηθεί το ουσιώδες ερώτημα: πώς κάτι εξακολουθεί να απορρίπτεται ως εξαίρεση, ενώ έχει ήδη εγκατασταθεί ως κανονικότητα της εμπειρίας;
Το σύννεφο ως προσδοκία αλλαγής
Η επιθυμία διάψευσης της επανάληψης εμποδίζει να διαβαστεί η φράση ως απλή παραίτηση. Το αίτημα για ένα σύννεφο μπορεί να συμπυκνώνει την αναζήτηση μιας εμπειρίας που δεν θα επιβεβαιώσει εκ νέου το αναμενόμενο χειρότερο. Δεν ζητείται ακόμη μία αποκάλυψη, αλλά μια διακοπή ικανή να ανασυγκροτήσει την εικόνα του δυνατού. Η δυνατότητα έκπληξης συνδέεται έτσι με τη δυνατότητα αναθεώρησης: να πάψει η προηγούμενη ματαίωση να λειτουργεί ως βεβαιότητα για κάθε μελλοντική έκβαση.
Η εξοικείωση με το αδιανόητο δεν καταργεί τη σημασία του· μπορεί να αποδυναμώνει τη βίωσή του ως γεγονότος που απαιτεί αντίδραση. Η ειρωνεία διασώζει ένα ίχνος αντίστασης, χωρίς να αρκεί για τον μετασχηματισμό των όρων της ζωής. Η αμφισημία της φράσης δεν λύνεται επομένως με μια αποκλειστική απόδοση κόπωσης ή ελπίδας. Στην ίδια διατύπωση συνυπάρχουν η γνώση της επανάληψης και η επιθυμία να πάψει αυτή η γνώση να προδιαγράφει το μέλλον.
Το σύννεφο δεν υπόσχεται μια ζωή απαλλαγμένη από εμπόδια. Ονοματίζει την προσδοκία ότι η παρούσα κανονικότητα δεν αποτελεί φυσικό νόμο. Το διακύβευμα δεν είναι να ανακτηθεί μια αφελής έκπληξη, αλλά να παραμείνει ανοιχτή η δυνατότητα μη επανάληψης του απαράδεκτου. Να μπορεί το μέλλον να διαψεύσει το παρόν, αντί να αποτελεί απλώς τη συνέχειά του.
Αναφορές
- Freud, S. (1919). “Το ανοίκειο”
Σχετικά άρθρα: