Κοινωνικό άγχος: η δυσκολία να πάρεις θέση ανάμεσα στους άλλους

Όταν η παρουσία γίνεται δοκιμασία και η σχέση με τους άλλους οργανώνεται γύρω από την έκθεση, την προσδοκία και τον φόβο της κρίσης.

Το κοινωνικό άγχος δεν περιορίζεται στη συστολή, στην αμηχανία ή στον φόβο της δημόσιας ομιλίας. Μπορεί να εμφανίζεται σε μια παρέα, σε μια επαγγελματική συνάντηση, σε ένα μήνυμα που γράφεται και ξαναγράφεται,
ακόμη και σε μια απλή γνωριμία. Αυτό που δυσκολεύει δεν είναι μόνο η παρουσία των άλλων, αλλά η αίσθηση ότι μέσα σε αυτή την παρουσία κάτι από το υποκείμενο εκτίθεται και μπορεί να κριθεί.

Έτσι, μια καθημερινή στιγμή αποκτά το βάρος δοκιμασίας. Πώς φαίνομαι; Τι εντύπωση δίνω; Θα βρω τις σωστές λέξεις; Θα θεωρηθώ αμήχανος, αδύναμος, αδιάφορος ή ανεπαρκής; Η προσοχή απομακρύνεται από τη συνάντηση και στρέφεται προς μια αδιάκοπη επιτήρηση του εαυτού. Το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον απλώς ανάμεσα στους άλλους· προσπαθεί ταυτόχρονα να παρακολουθήσει τον εαυτό του από τη θέση τους.

Πέρα από τη συστολή

Η συστολή είναι μια ανθρώπινη εμπειρία και δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να οικειοποιηθούν έναν χώρο, να εμπιστευτούν μια σχέση ή να μιλήσουν
μπροστά σε μια ομάδα. Στο κοινωνικό άγχος, όμως, η δυσκολία δεν αφορά μόνο τον χρόνο προσαρμογής. Η επαφή με τους άλλους οργανώνεται γύρω από την πιθανότητα μιας αρνητικής αποκάλυψης: ότι θα φανεί κάτι που θα έπρεπε να έχει παραμείνει κρυφό.

Αυτό το «κάτι» δεν είναι πάντοτε σαφές. Μπορεί να αφορά ένα χαρακτηριστικό του σώματος, μια αμηχανία, την αβεβαιότητα, την έλλειψη εμπειρίας ή την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κάτι αρκετά ενδιαφέρον να ειπωθεί. Συχνά δεν υπάρχει συγκεκριμένο ελάττωμα. Υπάρχει μια επίμονη πεποίθηση ότι ο άλλος θα εντοπίσει εκείνο που το ίδιο το πρόσωπο δεν καταφέρνει να ονομάσει, αλλά φοβάται ότι το εκθέτει.

Για αυτό και η λογική διαβεβαίωση —«κανείς δεν σε παρατηρεί τόσο πολύ»— έχει περιορισμένη δύναμη. Το ζήτημα δεν εξαντλείται στο πόσο προσεκτικά κοιτούν οι άλλοι. Αφορά τη θέση που αποκτά η κρίση τους μέσα στον ψυχικό κόσμο του υποκειμένου.

Το βλέμμα ως τόπος κρίσης

Το βλέμμα του άλλου δεν βιώνεται πάντα ως ουδέτερο. Μπορεί να λειτουργεί σαν τόπος όπου αναζητείται επιβεβαίωση, αποδοχή ή μια ένδειξη ότι έχουμε δικαίωμα να βρισκόμαστε εκεί. Όταν αυτή η αναζήτηση γίνεται κυρίαρχη, κάθε αντίδραση αποκτά υπερβολικό βάρος: μια παύση, ένα αμήχανο χαμόγελο, μια καθυστερημένη απάντηση ή μια σύντομη απομάκρυνση μπορούν να ερμηνευθούν ως απόρριψη.

Το άγχος δεν γεννιέται μόνο από το ενδεχόμενο να μην αρέσουμε. Γεννιέται από το ότι η εικόνα του εαυτού εξαρτάται όλο και περισσότερο από σημάδια που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Ο άλλος γίνεται ένας ασταθής καθρέφτης: άλλοτε καθησυχάζει και άλλοτε απειλεί να επιστρέψει μια εικόνα ανεπαρκή ή ξένη.

Σε αυτή τη συνθήκη, η κοινωνική ζωή δεν είναι χώρος ανταλλαγής αλλά πεδίο αξιολόγησης. Η παρουσία χρειάζεται να δικαιολογηθεί, η σιωπή να καλυφθεί, η επιθυμία να εμφανιστεί μόνο αφού προηγουμένως εξασφαλιστεί
ότι θα γίνει αποδεκτή. Το πρόσωπο περιμένει πρώτα να διαβάσει το δωμάτιο και ύστερα να αποφασίσει αν επιτρέπεται να υπάρξει μέσα σε αυτό.

Το ερώτημα συνδέεται άμεσα με το τι ζητάμε πραγματικά στο βλέμμα των άλλων: όχι απλώς μια καλή εντύπωση, αλλά
συχνά μια εγγύηση για την αξία και τη θέση μας.

Όταν το σώμα εκτίθεται

Το κοινωνικό άγχος εκδηλώνεται έντονα στο σώμα. Η καρδιά επιταχύνεται, η φωνή αλλάζει, το πρόσωπο κοκκινίζει, τα χέρια ιδρώνουν, η αναπνοή γίνεται ρηχή. Το σώμα, αντί να υποστηρίζει την παρουσία, μοιάζει να προδίδει κάτι που το πρόσωπο προσπαθεί να συγκρατήσει.

Τότε δημιουργείται ένας κλειστός κύκλος. Το άγχος προκαλεί μια σωματική αντίδραση και η αντίδραση γίνεται νέα πηγή άγχους: «θα δουν ότι αγχώθηκα», «θα ακουστεί η φωνή μου», «θα καταλάβουν ότι δεν νιώθω
άνετα». Η αγωνία δεν αφορά πια μόνο τη συνάντηση, αλλά και την πιθανότητα να αποκαλυφθεί η ίδια η αγωνία.

Εδώ το κοινωνικό άγχος συναντά συχνά τη ντροπή. Η ντροπή δεν αφορά αποκλειστικά κάτι που κάναμε· αγγίζει αυτό που αισθανόμαστε ότι είμαστε τη στιγμή που βρισκόμαστε εκτεθειμένοι. Για αυτή τη διάσταση μπορείτε να
διαβάσετε και το άρθρο «Η εμπειρία της ντροπής: τι εκτίθεται πραγματικά;».

Η παρουσία ως δοκιμασία

Πριν από μια κοινωνική περίσταση μπορεί να προηγείται εκτεταμένη προετοιμασία. Το πρόσωπο προβλέπει ερωτήσεις, οργανώνει απαντήσεις, εξετάζει τι θα φορέσει, υπολογίζει πού θα σταθεί και πώς θα αποχωρήσει. Μετά τη συνάντηση, η ίδια σκηνή επανέρχεται σε λεπτομερή ανασκόπηση: τι ειπώθηκε, τι θα μπορούσε να έχει ειπωθεί διαφορετικά, ποια στιγμή φάνηκε αμήχανη.

Αυτή η ψυχική εργασία εξαντλεί. Η αυθόρμητη ανταπόκριση παραχωρεί τη θέση της σε έναν εσωτερικό έλεγχο που απαιτεί να μην υπάρξει λάθος. Ωστόσο, κάθε πραγματική συνάντηση περιλαμβάνει ασάφεια, παύσεις, παρανοήσεις και στιγμές που δεν μπορούν να προγραμματιστούν. Όσο περισσότερο επιδιώκεται η πλήρης προστασία από την αμηχανία, τόσο δυσκολότερο γίνεται να υπάρξει ζωντανή επαφή.

Το πρόσωπο μπορεί τελικά να μην αποφεύγει μόνο τον φόβο. Αποφεύγει και την πιθανότητα να επιθυμήσει, να ζητήσει, να διαφωνήσει ή να διεκδικήσει χώρο χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων την απάντηση. Η δυσκολία αυτή αγγίζει το γιατί δυσκολευόμαστε να ζητήσουμε αυτό που θέλουμε, ιδιαίτερα όταν κάθε αίτημα βιώνεται ως έκθεση στην απόρριψη.

Η σύγχρονη απαίτηση για ορατότητα

Το κοινωνικό άγχος δεν δημιουργήθηκε από τη σύγχρονη ψηφιακή ζωή. Σήμερα, όμως, συναντά ένα περιβάλλον που ενισχύει την αυτοπαρατήρηση και τη σύγκριση. Η ορατότητα παρουσιάζεται ως αυτονόητη αξία: χρειάζεται να
έχουμε άποψη, να δείχνουμε δραστήριοι, να επικοινωνούμε με άνεση, να κατασκευάζουμε μια συνεπή δημόσια εικόνα και να παραμένουμε διαθέσιμοι.

Η πίεση δεν αφορά μόνο την επιτυχία. Αφορά την απαίτηση να φαίνεται ότι διαχειριζόμαστε καλά τη ζωή μας. Η εργασία, οι σχέσεις, το σώμα, η ψυχική κατάσταση και ο ελεύθερος χρόνος μετατρέπονται εύκολα σε πεδία παρουσίασης. Ακόμη και η αυθεντικότητα μπορεί να γίνει υποχρέωση: να εμφανίζεται κανείς φυσικός, ανεπιτήδευτος και βέβαιος για τον εαυτό του, με τρόπο όμως προσεκτικά οργανωμένο.

Για ένα πρόσωπο που ήδη φοβάται την κρίση, αυτή η συνθήκη διευρύνει τη σκηνή της έκθεσης. Δεν υπάρχει μόνο η στιγμή της άμεσης συνάντησης. Υπάρχει η διαρκής δυνατότητα να συγκριθεί, να αγνοηθεί, να παρερμηνευθεί ή να μετρηθεί μέσα από αντιδράσεις, προβολές και αριθμούς.

Social media: η επιμελημένη εικόνα του εαυτού

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν επικοινωνία, κοινότητες και πρόσβαση σε εμπειρίες που διαφορετικά θα έμεναν μακρινές. Ταυτόχρονα, επιτρέπουν μια ιδιαίτερη μορφή ελέγχου: η εικόνα μπορεί να επιλεγεί, το κείμενο να διορθωθεί, η απάντηση να καθυστερήσει και μια δύσκολη στιγμή να διαγραφεί. Αυτή η δυνατότητα μπορεί να ανακουφίζει προσωρινά το κοινωνικό άγχος, επειδή μειώνει το απρόβλεπτο της άμεσης επαφής.

Η ανακούφιση, όμως, έχει και ένα τίμημα όταν η επιμελημένη παρουσία γίνεται ασφαλέστερη από κάθε πραγματική συνάντηση. Το πρόσωπο εξοικειώνεται με μια επικοινωνία στην οποία μπορεί να επεξεργαστεί εκ των προτέρων τι θα φανεί και να αποσύρει ό,τι δεν το ικανοποιεί. Η ζωντανή σχέση, όπου η φωνή τρέμει, η απάντηση δεν είναι έτοιμη και ο
άλλος παραμένει απρόβλεπτος, μοιάζει ακόμη πιο απαιτητική.

Παράλληλα, η σύγκριση δεν γίνεται με την καθημερινότητα των άλλων αλλά με τις επιλεγμένες εκδοχές της. Η διαφορά είναι ουσιώδης. Το πρόσωπο συγκρίνει τη δική του αβεβαιότητα, την οποία γνωρίζει από μέσα, με εικόνες που εμφανίζονται ολοκληρωμένες από έξω. Σε μελέτες εφήβων, η έντονη ενασχόληση με την ψηφιακή αυτοπαρουσίαση, την αναζήτηση ανατροφοδότησης και την ανοδική κοινωνική σύγκριση έχει συνδεθεί με υψηλότερα επίπεδα άγχους και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η επίδραση είναι ίδια για όλους ή ότι κάθε χρήση των μέσων
είναι επιβαρυντική.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η επικοινωνία γίνεται online ή δια ζώσης. Είναι αν ο ψηφιακός χώρος διευρύνει τη δυνατότητα σχέσης ή αν μετατρέπεται σε προστατευτικό περίβλημα, μέσα στο οποίο η παρουσία χρειάζεται να παραμένει πλήρως ελεγχόμενη.

Η επιθυμία για σχέση παραμένει

Η αποφυγή συχνά παρερμηνεύεται ως αδιαφορία. Ένας άνθρωπος που δεν μιλά, ακυρώνει συναντήσεις ή μένει στο περιθώριο μπορεί να φαίνεται ότι δεν επιθυμεί επαφή. Στο κοινωνικό άγχος, όμως, η επιθυμία για σχέση παραμένει συχνά ισχυρή. Αυτό που δυσκολεύει είναι το τίμημα της έκθεσης που η σχέση απαιτεί.

Έτσι δημιουργείται μια οδυνηρή αντίφαση: το πρόσωπο θέλει να πλησιάσει, αλλά προστατεύεται απομακρυνόμενο. Θέλει να συμμετάσχει, αλλά περιμένει να νιώσει πρώτα απολύτως έτοιμο. Θέλει να μιλήσει, αλλά αναζητά τη διατύπωση που δεν θα επιτρέψει καμία παρανόηση. Η προστασία μειώνει το άγχος της στιγμής, αλλά μακροπρόθεσμα στενεύει τη ζωή και ενισχύει την πεποίθηση ότι η παρουσία είναι επικίνδυνη.

Η δυσκολία δεν λύνεται με την εντολή «να έχεις περισσότερη αυτοπεποίθηση». Η αυτοπεποίθηση δεν προηγείται πάντοτε της συμμετοχής. Συχνά συγκροτείται σταδιακά, όταν το υποκείμενο μπορεί να παραμένει σε μια σχέση χωρίς να χρειάζεται να ελέγχει κάθε εντύπωση που παράγει.

Η θεραπευτική επεξεργασία του κοινωνικού άγχους

Η ψυχοθεραπεία δεν αποβλέπει στην κατασκευή μιας πιο αποτελεσματικής κοινωνικής περσόνας. Δεν έχει ως στόχο να διδάξει έναν μοναδικό «σωστό» τρόπο ομιλίας, συμπεριφοράς ή συμμετοχής. Δημιουργεί έναν χώρο όπου μπορεί να διερευνηθεί τι ακριβώς διακυβεύεται όταν το πρόσωπο βρίσκεται απέναντι σε έναν άλλον.

Ποια κρίση αναμένεται; Σε ποιον απευθύνεται η ανάγκη για έγκριση; Τι σημαίνει ένα λάθος, μια παύση ή μια διαφωνία; Ποια θέση νιώθει ότι πρέπει να καταλάβει το υποκείμενο για να γίνει αποδεκτό; Μέσα από αυτή την επεξεργασία, το άγχος παύει να αντιμετωπίζεται ως ένα ξένο εμπόδιο που πρέπει απλώς να εξαφανιστεί και αποκτά σύνδεση με την προσωπική ιστορία, τις σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο έχει οργανωθεί η επιθυμία.

Η αλλαγή δεν σημαίνει ότι κάθε αμηχανία καταργείται. Σημαίνει ότι η αμηχανία δεν αποφασίζει πλέον για όλες τις κινήσεις. Το πρόσωπο μπορεί να μιλήσει χωρίς να εγγυάται το αποτέλεσμα, να αντέξει μια στιγμή αβεβαιότητας και να αναγνωρίσει ότι η σχέση δεν απαιτεί τελειότητα για να υπάρξει.

Η ομάδα ως πραγματική σκηνή συνάντησης

Η ομαδική ψυχοθεραπεία έχει ιδιαίτερη σημασία όταν η δυσκολία εμφανίζεται ακριβώς ανάμεσα στους άλλους. Η ομάδα δεν είναι μια προσομοίωση της κοινωνικής ζωής· είναι μια πραγματική συνάντηση, με εγγύτητα, σιωπές, διαφορές, προσδοκίες και παρεξηγήσεις. Αυτά που συνήθως περιγράφονται εκ των υστέρων μπορούν να εμφανιστούν μέσα στη συνεδρία και να γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας τη στιγμή που συμβαίνουν.

Ένα μέλος μπορεί να παρατηρήσει ότι αποσύρεται όταν κάποιος μιλά με βεβαιότητα, ότι περιμένει πρόσκληση για να πάρει τον λόγο ή ότι ερμηνεύει μια σιωπή ως απόρριψη. Μπορεί επίσης να ανακαλύψει ότι οι άλλοι δεν τον βλέπουν με τον τρόπο που είχε προεξοφλήσει. Η εμπειρία αυτή δεν λειτουργεί ως απλή διαβεβαίωση. Ανοίγει τη δυνατότητα να αναγνωριστούν οι σχέσεις και οι προσδοκίες που επαναλαμβάνονται.

Στο Psychoscopio δημιουργείται κλειστή ομάδα ψυχοθεραπείας για το κοινωνικό άγχος, με σταθερό πλαίσιο και περιορισμένο αριθμό μελών. Πριν από τη συμμετοχή προηγείται ατομική συνάντηση γνωριμίας και αξιολόγησης, ώστε να εξεταστεί αν η συγκεκριμένη ομάδα ανταποκρίνεται στις ανάγκες κάθε ενδιαφερόμενου.

Πότε το κοινωνικό άγχος χρειάζεται προσοχή

Το άγχος στις κοινωνικές σχέσεις χρειάζεται να λαμβάνεται σοβαρά όταν αρχίζει να περιορίζει συστηματικά τη ζωή: όταν επηρεάζει τις σπουδές ή την εργασία, εμποδίζει τη δημιουργία σχέσεων, οδηγεί σε συχνές ακυρώσεις, κρατά το πρόσωπο μακριά από δραστηριότητες που επιθυμεί ή επιβάλλει μια διαρκή εξάντληση πριν και μετά από κάθε επαφή.

Δεν χρειάζεται να έχει καταρρεύσει η καθημερινότητα για να αναζητηθεί βοήθεια. Αρκεί να γίνεται αισθητό ότι ο φόβος της κρίσης καταλαμβάνει περισσότερο χώρο από την ίδια τη ζωή. Η θεραπευτική εργασία μπορεί τότε να μετακινήσει το ερώτημα από το «πώς θα πάψω να φαίνομαι ανεπαρκής;» στο «πώς μπορώ να υπάρχω σε σχέση χωρίς να παραδίδω στον άλλον όλη την εξουσία να ορίζει ποιος είμαι;»

Το ζητούμενο δεν είναι μια παρουσία απαλλαγμένη από κάθε αβεβαιότητα. Είναι μια παρουσία που δεν χρειάζεται να έχει προηγουμένως εγκριθεί για να πάρει θέση ανάμεσα στους άλλους.

Βιβλιογραφία

  • Freud, S. (1926/1959). Inhibitions, Symptoms and Anxiety. Στο The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, Vol. XX. London: The Hogarth Press and the Institute of Psycho-Analysis.
  • Goffman, E. (1959). The Presentation of Self in Everyday Life. New York: Doubleday.
  • Lacan, J. (1978). The Seminar of Jacques Lacan, Book XI: The Four Fundamental Concepts of Psychoanalysis (J.-A. Miller, Ed., A. Sheridan, Trans.). New York: W. W. Norton.
  • Nesi, J., Choukas-Bradley, S., & Prinstein, M. J. (2018). Transformation of adolescent peer relations in the social media context: Part 1—A theoretical framework and application to dyadic peer relationships. Clinical Child and Family Psychology Review, 21, 267–294. https://doi.org/10.1007/s10567-018-0261-x
  • Hjetland, G. J., Finserås, T. R., Sivertsen, B., Colman, I., Hella, R. T., Andersen, A. I. O., & Skogen, J. C. (2024). Digital self-presentation and adolescent mental health: Cross-sectional and longitudinal insights from the “LifeOnSoMe”-study. BMC Public Health, 24, 2635. https://doi.org/10.1186/s12889-024-20052-4

Σχετικά άρθρα

Share your love