
Ο αυτοτραυματισμός πέρα από την πρόθεση θανάτου
Ανάμεσα στον ψυχικό πόνο και την ανάγκη να γίνει κάτι αισθητό
Ο αυτοτραυματισμός προκαλεί συχνά φόβο, αμηχανία και σύγχυση. Όταν ένας άνθρωπος χαράζει, καίει ή τραυματίζει το σώμα του, η πρώτη σκέψη των οικείων του είναι συνήθως ότι πρόκειται για μια απόπειρα αυτοκτονίας ή για μια επιθυμία θανάτου.
Η κλινική εμπειρία δείχνει, ωστόσο, ότι τα πράγματα είναι συχνά πιο σύνθετα.
Ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων που αυτοτραυματίζονται δεν επιθυμούν να πεθάνουν. Αντίθετα, πολλές φορές προσπαθούν να διαχειριστούν μια ψυχική κατάσταση που βιώνεται ως αβάσταχτη. Το γεγονός αυτό δεν καθιστά τον αυτοτραυματισμό λιγότερο σοβαρό. Υπενθυμίζει όμως ότι η πράξη δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αυτοκτονίας.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο γιατί κάποιος τραυματίζει το σώμα του. Είναι επίσης τι επιχειρεί να αντιμετωπίσει μέσα από αυτή την πράξη.
Όταν το σώμα γίνεται τόπος έκφρασης
Στην καθημερινή ζωή θεωρούμε συνήθως ότι ο ψυχικός πόνος εκφράζεται μέσω του λόγου. Μιλάμε για όσα αισθανόμαστε, περιγράφουμε τις δυσκολίες μας, αναζητούμε βοήθεια.
Η πραγματικότητα όμως δεν είναι πάντοτε τόσο απλή.
Υπάρχουν εμπειρίες που δυσκολεύονται να αποκτήσουν λέξεις. Η αγωνία, η ντροπή, το αίσθημα εγκατάλειψης, ο θυμός ή μια βαθιά εσωτερική σύγχυση δεν μεταφράζονται πάντοτε εύκολα σε σκέψη και αφήγηση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το σώμα μπορεί να μετατραπεί σε τόπο έκφρασης.
Όχι επειδή «μιλά» με κάποιον μυστηριώδη τρόπο, αλλά επειδή η πράξη εμφανίζεται εκεί όπου η δυνατότητα ψυχικής επεξεργασίας συναντά τα όριά της. Το σώμα αναλαμβάνει προσωρινά ένα έργο που δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθεί αλλιώς.
Ο αυτοτραυματισμός δεν είναι μια γλώσσα με σταθερό λεξιλόγιο. Δεν σημαίνει το ίδιο πράγμα για όλους. Παρ’ όλα αυτά, συχνά εμφανίζεται εκεί όπου κάτι αδυνατεί ακόμη να βρει θέση στη σκέψη, στη σχέση ή στον λόγο.
Η ανακούφιση που ακολουθεί τον πόνο
Ένα από τα στοιχεία που δυσκολεύουν περισσότερο τους οικείους είναι ότι πολλοί άνθρωποι περιγράφουν μια αίσθηση προσωρινής ανακούφισης μετά τον αυτοτραυματισμό.
Η παρατήρηση αυτή μοιάζει παράδοξη. Πώς είναι δυνατόν ο πόνος να ανακουφίζει;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αναζήτηση του πόνου καθαυτού. Βρίσκεται στη μεταβολή της εμπειρίας.
Η εσωτερική δυσφορία είναι συχνά διάχυτη, ακαθόριστη και δύσκολο να εντοπιστεί. Η σωματική βλάβη, αντίθετα, είναι συγκεκριμένη. Έχει όρια. Έχει διάρκεια. Έχει θέση.
Για ορισμένους ανθρώπους, αυτή η μετάβαση από μια ασαφή εσωτερική κατάσταση σε κάτι συγκεκριμένο δημιουργεί προσωρινά την αίσθηση ότι η εμπειρία γίνεται πιο διαχειρίσιμη.
Η ανακούφιση αυτή είναι συνήθως βραχύβια. Για τον λόγο αυτό, η πράξη μπορεί να επαναληφθεί, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που δύσκολα διακόπτεται χωρίς θεραπευτική υποστήριξη.
Η πληγή και το όριο: Γιατί το σώμα;
Ο αυτοτραυματισμός δεν στρέφεται τυχαία προς το σώμα.
Το σώμα αποτελεί το πιο άμεσο όριο ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο. Εκεί όπου οι σκέψεις είναι ασταθείς, τα συναισθήματα συγκεχυμένα και οι βεβαιότητες κλονίζονται, το σώμα παραμένει παρόν.
Η πληγή διαθέτει μια ιδιότητα που δεν διαθέτουν οι σκέψεις και τα συναισθήματα. Είναι ορατή. Μπορεί να εντοπιστεί. Έχει σαφή όρια.
Σε στιγμές κατά τις οποίες η εσωτερική εμπειρία βιώνεται ως διάχυτη ή ακαθόριστη, η σωματική βλάβη αποκτά μια παράδοξη σαφήνεια. Η πληγή δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά δημιουργεί προσωρινά την αίσθηση ότι κάτι αποκτά μορφή εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε μόνο ένταση.
Η τομή στο δέρμα δεν αποτελεί απλώς τραυματισμό. Συχνά λειτουργεί ως μια απόπειρα οριοθέτησης. Χωρίζει ένα πριν από ένα μετά. Ορίζει ένα σημείο. Δημιουργεί ένα περίγραμμα εκεί όπου η εμπειρία βιώνεται ως χαοτική.
Υπό αυτή την έννοια, ο αυτοτραυματισμός δεν αφορά μόνο τον πόνο. Αφορά και την αναζήτηση μιας μορφής.
Από την πράξη στο σύμπτωμα
Η τάση να αναζητούμε άμεσα αίτια είναι κατανοητή. Μια ερωτική απογοήτευση, μια σύγκρουση με τους γονείς, μια εμπειρία απόρριψης ή ένας σχολικός εκφοβισμός μπορεί να προηγούνται της πράξης.
Τα γεγονότα όμως από μόνα τους δεν αρκούν για να την εξηγήσουν.
Δύο άνθρωποι μπορεί να βιώσουν την ίδια απώλεια και να αντιδράσουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αυτό που διαφοροποιεί την εμπειρία δεν είναι μόνο το γεγονός αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εγγράφεται στην ψυχική ζωή του καθενός.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, το σύμπτωμα δεν αποτελεί απλώς μια δυσλειτουργία που πρέπει να εξαλειφθεί. Αποτελεί ταυτόχρονα μια απόπειρα λύσης. Μια προσπάθεια του υποκειμένου να αντιμετωπίσει κάτι που υπερβαίνει τις διαθέσιμες δυνατότητες επεξεργασίας του.
Υπό αυτή την έννοια, ο αυτοτραυματισμός δεν είναι μόνο πρόβλημα. Είναι και απάντηση.
Μια απάντηση ασφαλώς επώδυνη και περιοριστική, αλλά παρ’ όλα αυτά μια απάντηση.
Η σημασία του συμπτώματος δεν βρίσκεται στην ίδια την πράξη αλλά στη θέση που αυτή καταλαμβάνει μέσα στην ιστορία ενός ανθρώπου.
→ Δείτε επίσης: Πένθος και μελαγχολία: πότε η απώλεια δεν μπορεί να συμβολιστεί
Ο αυτοτραυματισμός στη σύγχρονη εποχή: Όταν η ένταση προηγείται της επεξεργασίας
Ο αυτοτραυματισμός δεν αποτελεί προϊόν των κοινωνικών δικτύων ούτε μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από τις συνθήκες της εποχής. Ωστόσο, εμφανίζεται μέσα σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο που αξίζει να σκεφτούμε.
Οι σύγχρονοι νέοι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον συνεχών ερεθισμάτων, εικόνων και απαιτήσεων. Το παράδοξο είναι ότι ενώ οι δυνατότητες επικοινωνίας πολλαπλασιάζονται, οι χώροι επεξεργασίας συχνά περιορίζονται.
Το δάχτυλο μετακινείται στην επόμενη εικόνα πριν η προηγούμενη προλάβει να αφήσει το ίχνος της. Το επόμενο ερέθισμα εμφανίζεται πριν το προηγούμενο αποκτήσει ψυχικό νόημα.
Το ζήτημα δεν είναι ότι οι άνθρωποι υποφέρουν περισσότερο από παλαιότερα. Είναι ότι συχνά δυσκολεύονται να βρουν χρόνο και χώρο για να σταθούν απέναντι σε αυτό που τους συμβαίνει.
Η σημερινή κουλτούρα ευνοεί την άμεση απόκριση. Η αναμονή γίνεται δυσκολότερη. Η δυσφορία αντιμετωπίζεται ως κάτι που πρέπει να εξαφανιστεί γρήγορα. Ωστόσο, ορισμένες εμπειρίες χρειάζονται χρόνο για να μετασχηματιστούν σε σκέψη.
Όταν αυτή η διαδικασία δυσκολεύεται, η πράξη μπορεί να εμφανιστεί εκεί όπου η επεξεργασία συναντά τα όριά της.
Ο αυτοτραυματισμός δεν είναι πάντα επιθυμία θανάτου
Η διάκριση ανάμεσα στον αυτοτραυματισμό και την αυτοκτονικότητα είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο καταστάσεις δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ορισμένοι άνθρωποι που αυτοτραυματίζονται εμφανίζουν επίσης αυτοκτονικό ιδεασμό. Η μία όμως κατάσταση δεν ταυτίζεται με την άλλη.
Πολλές φορές ο αυτοτραυματισμός λειτουργεί ως μια προσπάθεια αποφυγής της ψυχικής κατάρρευσης. Η πράξη εμφανίζεται ως ένας τρόπος να διατηρηθεί ένας στοιχειώδης έλεγχος απέναντι σε καταστάσεις που βιώνονται ως υπερβολικά δύσκολες.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη τόσο για την κατανόηση όσο και για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του φαινομένου.
Η ντροπή και η μυστικότητα
Ο αυτοτραυματισμός συνήθως δεν συνοδεύεται από επίδειξη.Αντίθετα, συχνά περιβάλλεται από μυστικότητα, ενοχή και ντροπή.
Πολλοί άνθρωποι καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια ώστε τα σημάδια να παραμείνουν αόρατα. Μακριά μανίκια, αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων ή συνεχής επαγρύπνηση για να μη γίνουν αντιληπτά τα τραύματα αποτελούν συχνές πρακτικές.
Η ντροπή αυτή συνδέεται συχνά με την αίσθηση ότι κάτι μέσα τους είναι υπερβολικό, ελαττωματικό ή μη αποδεκτό.
→ Δείτε επίσης: Η εμπειρία της ντροπής: τι εκτίθεται πραγματικά;
Η σημασία της θεραπευτικής συνάντησης
Η θεραπεία δεν στοχεύει απλώς στη διακοπή του αυτοτραυματισμού. Στοχεύει στη δημιουργία εκείνων των συνθηκών μέσα στις οποίες ο άνθρωπος θα μπορέσει να βρει άλλους τρόπους να επεξεργάζεται αυτό που σήμερα εκφράζεται μέσω της πράξης.
Με αυτή την έννοια, το ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα σταματήσει ο αυτοτραυματισμός. Είναι και τι θα μπορέσει να πάρει τη θέση του.
Καθώς αναπτύσσονται νέοι τρόποι σκέψης, έκφρασης και σχέσης με τον άλλον, η ανάγκη της πράξης συχνά μειώνεται. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η εξαφάνιση του συμπτώματος αλλά η δημιουργία περισσότερων δυνατοτήτων για να υπάρξει κανείς απέναντι σε όσα τον δυσκολεύουν.
Επίλογος
Ο αυτοτραυματισμός δεν μπορεί να γίνει κατανοητός αποκλειστικά ως επιθυμία θανάτου. Συχνά αποτελεί μια προσπάθεια διαχείρισης μιας εσωτερικής πραγματικότητας που βιώνεται ως αβάσταχτη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμηθεί ή να θεωρηθεί ακίνδυνος. Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα από όση επιτρέπουν τα συνηθισμένα στερεότυπα.
Πίσω από την πληγή δεν βρίσκεται πάντοτε η επιθυμία να τελειώσει η ζωή. Συχνά βρίσκεται η προσπάθεια να καταστεί υποφερτό κάτι που βιώνεται ως αβάσταχτο.
Η θεραπευτική εργασία δεν εξαντλείται στη διακοπή του αυτοτραυματισμού. Αφορά τη δημιουργία εκείνων των συνθηκών μέσα στις οποίες ο άνθρωπος δεν θα χρειάζεται πλέον να χρησιμοποιεί το σώμα του ως τον μοναδικό τόπο όπου μπορεί να εγγραφεί ο πόνος του.
Σχετικά άρθρα
- Η εμπειρία της ντροπής: τι εκτίθεται πραγματικά;
- Κρίση πανικού: τι συμβαίνει στο σώμα και τι σημαίνει ψυχικά
- Πένθος και μελαγχολία: πότε η απώλεια δεν μπορεί να συμβολιστεί
- Η οικογένεια μετά το πρώτο ψυχωτικό επεισόδιο