
Η ψευδαίσθηση του Εγώ: αφέντης ή δούλος;
Η ελευθερία, η επιθυμία και οι νέες μορφές εσωτερικής υποταγής στη σύγχρονη ζωή
Ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει περισσότερο από ποτέ ελεύθερος. Να επιλέγει, να εκφράζεται, να διαμορφώνει την ταυτότητά του, να «γίνεται ο εαυτός του». Η εποχή προβάλλει την αυτονομία ως ύψιστη αξία: να αποφασίζεις για τη ζωή σου, να γνωρίζεις τι θέλεις, να εξελίσσεσαι διαρκώς. Να μην εξαρτάσαι από κανέναν. Και όμως, πίσω από αυτή την εικόνα ελευθερίας εγκαθίσταται συχνά μια νέα μορφή υποταγής — πιο αθόρυβη, πιο εσωτερική και γι’ αυτό ίσως πιο ισχυρή.
Το υποκείμενο δεν καταπιέζεται πλέον μόνο από εξωτερικές απαγορεύσεις. Δεν χρειάζεται πάντοτε ένας εμφανής αφέντης. Η απαίτηση μετακινείται στο εσωτερικό της ίδιας της ψυχικής ζωής: να αποδίδεις, να εξελίσσεσαι, να είσαι λειτουργικός, διαθέσιμος, ψυχικά «επεξεργασμένος», παραγωγικός και ταυτόχρονα επιθυμητός.
Η νέα εντολή της ελευθερίας
Η εξουσία δεν λειτουργεί μόνο μέσω του περιορισμού. Συχνά λειτουργεί μέσω της διαρκούς κινητοποίησης. Δεν λέει απλώς «απαγορεύεται», αλλά όλο και συχνότερα λέει «γίνε καλύτερος», «ξεπέρασε τον εαυτό σου», «μην μείνεις πίσω».
Το Εγώ παρουσιάζεται τότε ως ο κυρίαρχος του εαυτού. Ως εκείνο που οργανώνει, ελέγχει και αποφασίζει. Ωστόσο, η ψυχαναλυτική εμπειρία δείχνει κάτι πιο σύνθετο: ότι εκεί όπου πιστεύουμε πως αποφασίζουμε ελεύθερα, ενδέχεται ήδη να υπακούμε σε μια απαίτηση που δεν αναγνωρίζουμε πλήρως ως δική μας.
Η λακανική σκέψη αμφισβητεί ακριβώς αυτή την εικόνα ενός αυτόνομου και διαφανούς Εγώ. Το υποκείμενο δεν συμπίπτει πλήρως με τον εαυτό του. Κάτι μέσα του διαφεύγει, διχάζεται, μετατοπίζεται. Η επιθυμία δεν είναι ποτέ απολύτως «δική του», αλλά διαμορφώνεται πάντοτε μέσα στη σχέση με τον Άλλο — με τη γλώσσα, την αναγνώριση, τις απαιτήσεις και τα βλέμματα μέσα στα οποία συγκροτείται η υποκειμενικότητα.
Συχνά το υποκείμενο δεν επιθυμεί μόνο να ζήσει, αλλά και να αναγνωριστεί ότι ζει σωστά.
Η αυτοβελτίωση ως επιταγή
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στη σύγχρονη κουλτούρα της αυτοβελτίωσης. Το άτομο καλείται συνεχώς να εργάζεται πάνω στον εαυτό του: να γίνει πιο λειτουργικό, πιο ήρεμο, πιο αποτελεσματικό, πιο ελκυστικό, πιο συνειδητοποιημένο. Ακόμη και η ψυχική υγεία κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο επίδοσης, ενώ και η ίδια η φροντίδα του εαυτού μετατοπίζεται σταδιακά από ανάγκη σε επιταγή.
Και κάπου εκεί εμφανίζεται μια παράδοξη αντιστροφή: το υποκείμενο γίνεται ταυτόχρονα αφέντης και δούλος του εαυτού του. Δίνει εντολές στον εαυτό του να αντέξει, να αποδώσει, να ξεπεράσει τα όριά του, να διαχειριστεί το άγχος του και να παραμείνει διαρκώς διαθέσιμο.
Και όταν δεν τα καταφέρνει, συχνά βιώνει την αποτυχία ως προσωπική ανεπάρκεια και όχι ως σύμπτωμα μιας εξαντλητικής κοινωνικής απαίτησης.
Η σύγχρονη εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε να επιβάλλεται. Συχνά αρκεί να παράγει υποκείμενα που επιτηρούν μόνα τους τον εαυτό τους.
Το βλέμμα του Άλλου εγκαθίσταται τότε εσωτερικά. Το υποκείμενο αξιολογεί διαρκώς τον εαυτό του: αν είναι αρκετά παραγωγικό, αρκετά επιθυμητό, αρκετά ισορροπημένο, αρκετά «καλό». Ακόμη και όταν μοιάζει να ενεργεί ελεύθερα, συχνά υπακούει ήδη σε ένα εσωτερικευμένο καθεστώς αξιολόγησης και απαίτησης.
Η απαίτηση αυτή δεν αφορά πλέον μόνο την εργασία ή την κοινωνική επιτυχία. Διαπερνά σταδιακά ολόκληρη την καθημερινή εμπειρία του εαυτού.
Στα ψηφιακά περιβάλλοντα αυτή η απαίτηση γίνεται ακόμη πιο πυκνή, επειδή το υποκείμενο καλείται όχι μόνο να υπάρχει, αλλά και να μετριέται: μέσα από επιδόσεις, εικόνες, ανταπόκριση, ορατότητα και συνεχή διαθεσιμότητα. Η αυτοπαρουσίαση μοιάζει τότε όλο και περισσότερο με εργασία επιτήρησης του εαυτού.
Ακόμη και η ξεκούραση χρειάζεται πλέον να δικαιολογείται. Ακόμη και η αδυναμία βιώνεται συχνά ως ενοχή.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η ψυχική εξάντληση δεν εμφανίζεται μόνο ως αποτέλεσμα πίεσης, αλλά και ως αποτέλεσμα μιας αδιάκοπης εσωτερικής κινητοποίησης. Το υποκείμενο δεν παύει να εργάζεται πάνω στον εαυτό του — ακόμη και όταν υποτίθεται ότι φροντίζει τον εαυτό του.
Όταν η ελευθερία μετατρέπεται σε καθήκον
Η ψυχανάλυση δεν προτείνει μια επιστροφή σε κάποιον «αυθεντικό εαυτό» που υπάρχει κρυμμένος πίσω από αυτές τις επιταγές. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι το υποκείμενο συγκροτείται εξαρχής μέσα σε μια σχέση έλλειψης και εξάρτησης από τον Άλλο.
Όμως ακριβώς εκεί μπορεί να ανοίξει και μια διαφορετική δυνατότητα: όχι η πλήρης απελευθέρωση από κάθε εξάρτηση, αλλά η δυνατότητα να αναγνωρίσει κανείς σε ποια επιθυμία υπακούει, σε ποια απαίτηση εξαντλείται και ποια φωνή μέσα του συνεχίζει να ζητά διαρκώς περισσότερα.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη μορφή υποταγής να μην είναι εκείνη που επιβάλλεται εξωτερικά, αλλά εκείνη που το ίδιο το υποκείμενο αναλαμβάνει ως προσωπικό καθήκον, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται πιο ελεύθερο.
Και ίσως ακριβώς εκεί να εμφανίζεται το παράδοξο: ότι το Εγώ, στην προσπάθειά του να γίνει κύριος του εαυτού, κινδυνεύει να μετατραπεί στον πιο απαιτητικό αφέντη του.