Η σιωπή, η σχάση και η φαντασιακή αλλοτρίωση μέσα από τη λακανική ψυχανάλυση

Εισαγωγή

Η ψυχαναλυτική εργασία, ως θεωρία και πρακτική, προϋποθέτει μια ριζική εμπλοκή με αυτό που αντιστέκεται στη γλώσσα — με εκείνο το ανείπωτο που εγγράφεται ως τραύμα και επανέρχεται μέσα από τη σχέση (Χριστοδούλου, 2011).

Η ίδια η σχέση, και κυρίως η θεραπευτική, αποτελεί συχνά τον τόπο εμφάνισης αυτής της σιωπής, του ασυνείδητου κενού, του σημείου που ποτέ δεν αρθρώθηκε.

Η ψυχαναλυτική θεώρηση της σχέσης, ιδίως μέσα από τη λακανική οπτική, δεν την αντιμετωπίζει ως ουδέτερη συναισθηματική ανταλλαγή ή ως εγγύηση ασφάλειας. Αντιθέτως, πρόκειται για ένα πεδίο έντασης, ρήξης και αναμέτρησης με την έλλειψη (Ζυμπάρης, 2015).

Η σχέση δεν προσφέρει από μόνη της θεραπεία· μπορεί όμως να επιτρέψει την ανάδυση του ανείπωτου τραύματος — όχι κατ’ ανάγκη για να ειπωθεί, αλλά για να κατοικηθεί.

Το ανείπωτο τραύμα και οι τρεις τάξεις του Λακάν

Η λακανική τριάδα — Πραγματικό, Συμβολικό, Φαντασιακό — προσφέρει ένα θεμελιώδες πλαίσιο κατανόησης του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί το τραύμα εντός της θεραπευτικής σχέσης (Lacan, 1988).

Το τραύμα, ως μη λεκτικοποιημένη εμπειρία, ανήκει στην τάξη του Πραγματικού. Δεν έχει προσλάβει συμβολική αναπαράσταση και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να ενταχθεί στη γλώσσα. Επιστρέφει μέσω του άγχους, της σιωπής ή της επαναληπτικής πράξης (Μπράτσης, 2008).

Το Φαντασιακό παρέχει εικόνες και καθρέφτες — δηλαδή τρόπους με τους οποίους το υποκείμενο φαντάζεται τον εαυτό και τον Άλλο.

Είναι όμως και ο χώρος των αυταπατών: η σχέση συχνά διαμορφώνεται με βάση φαντασιώσεις ή προσδοκίες που δεν ευθυγραμμίζονται με το Συμβολικό, δηλαδή με τον λόγο, τον Νόμο, τη δομή της επιθυμίας (Ζυμπάρης, 2015).

Η σχέση ως σχάση του Εγώ με τον Άλλο

Η σχέση, και ιδίως η ψυχαναλυτική, αποτελεί πεδίο όπου το Εγώ αποσυναρμολογείται μέσα από τη συνάντηση με τον Άλλο.

Στη λακανική θεωρία, ο Άλλος (με κεφαλαίο) δεν είναι απλώς το άλλο πρόσωπο, αλλά κυρίως η γλώσσα, το ασυνείδητο, το σύστημα των σημαινόντων (Lacan, 1988).

Η σχέση εγγράφεται, έτσι, ως σχάση — ως ρήξη ανάμεσα στο Εγώ (moi) και τον Άλλο, που παράγει μια θεμελιώδη αλλοτρίωση (Καραβίας, 2003).

Η σχάση αυτή δεν είναι παθολογική, αλλά δομική. Είναι η προϋπόθεση της υποκειμενικότητας. Ο Λακάν γράφει ότι «το υποκείμενο είναι αντιπροσωπευόμενο δια ενός σημαίνοντος για ένα άλλο σημαίνον» (Lacan, 1988).

Με άλλα λόγια, το υποκείμενο συγκροτείται μέσα από την έλλειψη — δεν είναι αυτάρκες, αλλά παραμένει σε διαρκή σχέση με την επιθυμία του Άλλου. Η σχέση δεν σημαίνει ένωση, αλλά εγγραφή αυτής της απώλειας, αυτής της αδυνατότητας πλήρωσης (Καραβίας, 2003).

Η σιωπή και η μη λεκτικοποίηση στην ψυχαναλυτική εργασία

Η σιωπή στον ψυχαναλυτικό χώρο δεν ισοδυναμεί με αδράνεια· αποτελεί μήνυμα, ενίοτε κραυγή (Χριστοδούλου, 2011).

Το ανείπωτο τραύμα, όταν δεν μπορεί να αρθρωθεί, καταλαμβάνει τον χώρο της συνεδρίας. Η σιωπή γίνεται το μέσο έκφρασης του Πραγματικού, εκείνου που διαφεύγει από το Συμβολικό και δεν αναπαρίσταται (Μπράτσης, 2008).

Ο θεραπευτής δεν σπεύδει να γεμίσει το κενό με ερμηνείες· αντιθέτως, επιτρέπει να διατηρηθεί, ώστε να αποκτήσει ύπαρξη και διάρκεια.

Στο πλαίσιο αυτό, η μεταβίβαση λειτουργεί ως φορέας της ιστορίας του υποκειμένου: το τραύμα που δεν ειπώθηκε ποτέ ενδέχεται να επαναληφθεί εντός της θεραπευτικής σχέσης — να βιωθεί ως αίσθημα απόρριψης, ακατανόητου ή εγκατάλειψης (Χριστοδούλου, 2011).

Αυτή η αναβίωση, εφόσον υποδεχθεί και κρατηθεί κατάλληλα, μπορεί να καταστεί δυνατή προς αναπαράσταση.

Από το ανείπωτο στη δυνατότητα συμβολοποίησης

Η θεραπευτική διαδικασία δεν στοχεύει απλώς στη συνειδητοποίηση αλλά κυρίως στη συμβολοποίηση: στην ικανότητα του υποκειμένου να οικειοποιηθεί το τραύμα ως τμήμα της ιστορίας του, ακόμη κι αν δεν μπορεί ποτέ να ειπωθεί πλήρως (Καραβίας, 2003).

Η γλώσσα δεν επουλώνει από μόνη της, αλλά προσφέρει μορφή — και η μορφή, ακόμη και όταν είναι θραυσματική, επιτρέπει την ψυχική επεξεργασία (Ζυμπάρης, 2015).

Η μετάβαση από τη σιωπή στη λέξη, από τη σχάση στην αναγνώριση της επιθυμίας, είναι μακρά και επίπονη.

Ωστόσο, στον βαθμό που το ανείπωτο μπορεί να κατονομαστεί, έστω και μέσω αποσπασματικών σημαινόντων, ξεκινά η ανασυγκρότηση της σχέσης του υποκειμένου με τον Άλλο — όχι πλέον ως τόπος απώλειας, αλλά ως πεδίο δημιουργικής έλλειψης.

Βιβλιογραφία

  • Ζυμπάρης, Ν. (2015). Εισαγωγή στη Λακανική Ψυχανάλυση. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
  • Χριστοδούλου, Π. (2011). Η Σιωπή και το Άρρητο στην Ψυχανάλυση. Αθήνα: Εκδόσεις Εστία.
  • Μπράτσης, Κ. (2008). Ψυχανάλυση και Τραύμα. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
  • Καραβίας, Α. (2003). Ψυχανάλυση και Υποκειμενικότητα. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.
  • Lacan, J. (1988). Οι Τρεις Βασικές Έννοιες της Ψυχανάλυσης. Μετάφραση: Ν. Ζυμπάρης. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

Please follow and like us:
Pin Share