
Πέρα από τον εκφοβισμό
Παιδιά και έφηβοι ως πρωταγωνιστές στη σύγχρονη σκηνή της βίας
Όλο και συχνότερα, περιστατικά νεανικής βίας δεν εξαντλούνται στο ίδιο το συμβάν, αλλά συνεχίζονται στη βιντεοσκόπηση, στη διάδοση και στη δημόσια έκθεσή τους. Γι’ αυτό και ο όρος εκφοβισμός μοιάζει σήμερα όλο και πιο ανεπαρκής για να περιγράψει ορισμένες μορφές βίας που αναπτύσσονται στη δημόσια και ψηφιακή σκηνή. Η λέξη διατηρεί ακόμη μια παιδαγωγική και διαχειριστική χροιά· παραπέμπει σε σχολικές συγκρούσεις, σε προβλήματα συμπεριφοράς, σε επεισόδια επιθετικότητας που μπορούν θεωρητικά να περιοριστούν μέσω ενημέρωσης, ορίων ή παρέμβασης. Όμως πολλές από τις σύγχρονες σκηνές βίας δείχνουν μια βαθύτερη μετατόπιση: από τη σύγκρουση στον εξευτελισμό, από την επιθετικότητα στην έκθεση και από τη συνάντηση με τον άλλον στη δυσκολία αναγνώρισής του ως υποκειμένου.
Δεν πρόκειται μόνο για σύγκρουση. Ούτε μόνο για επιθετικότητα. Συχνά πρόκειται για σκηνές εξευτελισμού, σωματικής βίας και δημόσιας έκθεσης που αποκτούν σχεδόν θεαματικό χαρακτήρα. Το περιστατικό δεν ολοκληρώνεται πάνω στο σώμα του άλλου· συνεχίζεται μέσα στη βιντεοσκόπηση, στη διάδοση, στο βλέμμα της ομάδας, στην κυκλοφορία της εικόνας. Η βία μοιάζει όλο και περισσότερο να ζητά κοινό.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά της εποχής: η πράξη δεν αρκεί πλέον από μόνη της. Χρειάζεται να ειδωθεί.
Σαν η ίδια η εμπειρία να δυσκολεύεται να υπάρξει χωρίς τη μετατροπή της σε εικόνα.
Η βία ως σκηνή
Η εικόνα δεν ακολουθεί απλώς την πράξη· τείνει να τη συνδιαμορφώνει. Η σκηνή οργανώνεται σαν να προϋποθέτει εξαρχής τη δυνατότητα καταγραφής και κυκλοφορίας της. Το κινητό τηλέφωνο δεν εμφανίζεται μόνο ως εργαλείο αποτύπωσης· συχνά ενσωματώνεται στην ίδια τη λογική του περιστατικού. Σαν η βία να αποκτά μεγαλύτερη συνοχή μόνο όταν μπορεί να μετατραπεί σε εικόνα, να επαναληφθεί, να διαδοθεί και να καταναλωθεί από πολλαπλά βλέμματα.
Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, κάτι από την ίδια την υπόσταση του άλλου φαίνεται να αλλοιώνεται.
Ο άλλος παύει σταδιακά να βιώνεται ως φορέας εσωτερικότητας, ως υποκείμενο με επιθυμία, ευαλωτότητα και όριο. Μετατρέπεται ευκολότερα σε εικόνα, σε αντικείμενο έκθεσης, σε επιφάνεια εκφόρτισης. Και όταν ο άλλος απογυμνώνεται από την υποκειμενική του πυκνότητα, η πράξη δυσκολεύεται περισσότερο να συναντήσει το βάρος της ενοχής.
Ίσως εδώ να βρίσκεται μία από τις πιο κρίσιμες μετατοπίσεις της σύγχρονης βίας: όχι μόνο η αύξηση της επιθετικότητας, αλλά η αποδυνάμωση της δυνατότητας αναγνώρισης του άλλου ως υποκειμένου.
Κάποτε η βία συναντούσε ακόμη το βλέμμα του άλλου ως όριο. Σήμερα, σε ορισμένες σκηνές, μοιάζει να αναζητά μέσα σε αυτό το βλέμμα μια παράξενη μορφή επιβεβαίωσης.
Όταν ο άλλος γίνεται εικόνα
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν αφορά παιδιά και εφήβους, επειδή σε αυτές τις ηλικίες διαμορφώνεται με ιδιαίτερη ένταση η σχέση με το βλέμμα της ομάδας, το όριο, την επιθυμία και την αναγνώριση του άλλου.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η βία δεν αντιμετωπίζεται ποτέ αποκλειστικά ως πρόβλημα συμπεριφοράς. Το ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ο δεσμός με τον Άλλο, τη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία, αλλά και τη δυνατότητά του να συμβολοποιήσει την ένταση που το διαπερνά.
Σε ορισμένες μορφές ακραίας βίας, εκείνο που εντυπωσιάζει δεν είναι μόνο η σκληρότητα της πράξης, αλλά η σχεδόν πλήρης απουσία απεύθυνσης. Σαν η πράξη να εκτυλίσσεται σε ένα επίπεδο όπου ο λόγος έχει ήδη αποτύχει. Εκεί όπου η ένταση δεν μπορεί να εγγραφεί ψυχικά ούτε να μετασχηματιστεί σε λέξη, το σώμα καταλαμβάνει συχνά τη θέση της γλώσσας.
Η βία εμφανίζεται τότε όχι ως επικοινωνία, αλλά ως βίαιη αποβολή μιας έντασης που δεν μπορεί να αποκτήσει ψυχική επεξεργασία.
Και ίσως λίγο πριν από την πράξη να υπάρχει ακριβώς αυτή η αδυναμία: όχι απλώς να μιλήσει κανείς, αλλά να κατοικήσει ψυχικά αυτό που τον διαπερνά.
Ίσως εδώ να συναντά κανείς κάτι από αυτό που η ψυχαναλυτική σκέψη περιγράφει ως πέρασμα στην πράξη: τη στιγμή όπου το υποκείμενο δεν κατορθώνει να επεξεργαστεί ψυχικά την ένταση και περνά στην πράξη όχι για να απευθύνει πραγματικά κάτι, αλλά για να αποβάλει βίαια αυτό που αδυνατεί να συμβολοποιήσει.
Και όμως, η σύγχρονη μορφή της νεανικής βίας φαίνεται να περιέχει κάτι ακόμη. Δεν αφορά μόνο το πέρασμα στην πράξη, αλλά και την οργάνωση μιας σκηνής. Το περιστατικό εκτυλίσσεται συχνά μπροστά σε άλλους, καταγράφεται, κυκλοφορεί, επαναλαμβάνεται. Η πράξη δεν αρκεί· χρειάζεται να εγκατασταθεί μέσα στο βλέμμα του Άλλου.
Το βλέμμα της ομάδας και η κυκλοφορία της εικόνας
Το βλέμμα της ομάδας αποκτά τότε ιδιαίτερη σημασία. Όχι απλώς ως μάρτυρας, αλλά ως στοιχείο που ολοκληρώνει και σταθεροποιεί τη σκηνή. Η ομάδα δεν λειτουργεί μόνο ως περιβάλλον της βίας, αλλά συχνά ως μηχανισμός ενίσχυσης, νομιμοποίησης και αναπαραγωγής της. Στη συνθήκη των κοινωνικών δικτύων, αυτή η λειτουργία επεκτείνεται: η εικόνα δεν μένει στο περιστατικό, αλλά κυκλοφορεί, επαναλαμβάνεται και παρατείνει τον εξευτελισμό πέρα από τον άμεσο χρόνο της πράξης.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία: η αποσύνδεση ανάμεσα στη βία και στην ενοχή. Όχι επειδή οι νέοι «δεν έχουν συνείδηση», όπως συχνά λέγεται, αλλά επειδή η πράξη φαίνεται ορισμένες στιγμές να εκτυλίσσεται σε ένα επίπεδο όπου ο άλλος έχει ήδη υποβιβαστεί από υποκείμενο σε εικόνα.
Όταν φθείρεται η αναγνώριση της ετερότητας του άλλου, αποδυναμώνεται μαζί της και η ενοχή ως εσωτερικό όριο.
Ο εξευτελισμός δεν βιώνεται απαραίτητα ως συνάντηση με τον πόνο ενός άλλου ανθρώπου, αλλά ως σκηνή έντασης, κυριαρχίας ή ακόμη και σκοτεινής ομαδικής απόλαυσης. Και όσο περισσότερο ο άλλος μετατρέπεται σε εικόνα, τόσο δυσκολότερο γίνεται να υπάρξει πραγματικά ως υποκείμενο μέσα στη σκηνή.
Ίσως γι’ αυτό και ο όρος εκφοβισμός αδυνατεί όλο και περισσότερο να αποδώσει τη σημερινή πραγματικότητα. Όχι επειδή η έννοια είναι λανθασμένη, αλλά επειδή πολλές από τις σύγχρονες μορφές βίας μοιάζουν να υπερβαίνουν το πλαίσιο της σχολικής επιθετικότητας και να αγγίζουν κάτι βαθύτερο: μια δυσκολία συγκρότησης του δεσμού με τον άλλον ως φορέα επιθυμίας, ορίου και ετερότητας.
Ακόμη και το γεγονός ότι όλο και περισσότερα περιστατικά εμφανίζονται μεταξύ κοριτσιών δεν αποτελεί απλώς μια κοινωνική “αλλαγή συμπεριφοράς”. Δείχνει ίσως ότι η επιθετικότητα δεν οργανώνεται πλέον γύρω από παλαιότερες στερεοτυπικές διαφοροποιήσεις φύλου. Η βία διαχέεται διαφορετικά μέσα στον κοινωνικό δεσμό και αποκτά μορφές που δεν μπορούν πλέον να εξηγηθούν εύκολα μέσα από παλιές κατηγορίες.
Μέσα σε μια εποχή διαρκούς έκθεσης, αξιολόγησης και εικόνας, το υποκείμενο βρίσκεται όλο και συχνότερα αντιμέτωπο με τη δυσκολία να επεξεργαστεί την έλλειψη, τη ματαίωση και την επιθυμία χωρίς να περάσει είτε στην αποεπένδυση είτε στην εκφόρτιση. Αυτό δεν αφορά μόνο τη νεανική βία· αφορά ευρύτερα τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται σήμερα ο κοινωνικός δεσμός, σε μια συνθήκη όπου η άμεση έκθεση και η ορατότητα τείνουν να προηγούνται της εσωτερικής επεξεργασίας.
Και ίσως τελικά η πιο ανησυχητική διάσταση της σύγχρονης βίας να μην είναι μόνο η ένταση ή η σκληρότητά της. Ίσως να είναι ότι, σε ορισμένες σκηνές, αποδυναμώνεται η ίδια η δυνατότητα να αναγνωριστεί ο άλλος ως υποκείμενο.
Και όταν αυτή η δυνατότητα φθείρεται, δεν απειλείται μόνο ο κοινωνικός δεσμός· διαβρώνεται και η ίδια η συμβολική λειτουργία του λόγου.
Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο το πώς θα περιοριστούν τα περιστατικά, αλλά και το πώς μπορεί να διατηρηθεί χώρος για τον άλλον ως φορέα ετερότητας σε μια εποχή όπου η εικόνα, η έκθεση και η εκφόρτιση τείνουν να προηγούνται της σχέσης.