Ο φόβος του περιεχομένου των σκέψεων ή η φοβική στάση απέναντι στη λειτουργία της σκέψης είναι μια συνθήκη που μοιάζει με τις συνηθισμένες κοινές φοβίες αλλά δεν ταυτίζεται με αυτές. Στις φοβίες το περιεχόμενο της σκέψης – το φοβικό σύμπτωμα είναι περιορισμένο και συγκεκριμένο και ο ψυχισμός του ατόμου φαίνεται να λειτουργεί σε κανονικό επίπεδο. Ο φόβος των σκέψεων περιγράφεται ασαφής, κατακλυσμιαίος και εμπλουτισμένος με μορφές άγχους και αγωνίας. Το άτομο αδυνατεί να τις κατανοήσει, να εντοπίσει το ιδεακό τους περιεχόμενο και νιώθει αναγκασμένο να υιοθετήσει στάση αποφυγής σε κάτι που δεν μπορεί να προσδιορίσει: τι φοβάται, γιατί φοβάται.
Αν το δούμε σχηματικά μοιάζει σαν να βρέθηκε το άτομο μπροστά σε μια σημαντική ανακάλυψη-αποκάλυψη για τον εαυτό του, σαν να έφερε στην συνειδητότητα του περιεχόμενο τραυματικό, αρνητικό για το εγώ του, το οποίο κλυδωνίζει την σχηματοποιημένη και εσωτερικευμένη του εικόνα. Ως αμυντικός μηχανισμός επικαλείται η διάψευση, η μη-αναγνώριση του περιεχομένου των σκέψεων που όμως έχουν ήδη λάβει πια τη θέση τους στη συνειδητότητα. Το άτομο φαίνεται τώρα να αγωνιά να αποποιηθεί την ύπαρξη αυτών των σκέψεων, αυτού του μέρους του εγώ του, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ερμηνεύσει την όποια προέλευση αυτών των σκέψεων ή την όποια ισχύ τους.
Σε κάποιες περιπτώσεις το άτομο μπροστά σε αυτήν την μη αποδεκτή αποκάλυψη μπορεί να σκέφτεται: δεν μπορεί να είμαι εγώ αυτός, δεν είμαι εγώ αυτός. Ενώ σε άλλες συνθήκες προσδιορίζεται ως η ύπαρξη δυο διαφορετικών καταστάσεων του εγώ: είτε το άτομο παραδίνεται μπροστά σε αυτή την σκέψη με συναισθήματα αδυναμίας, φόβου, ανασφάλειας, είτε το άτομο βιώνει το νέο αυτό περιεχόμενο αλλά διαφοροποιείται από αυτό (δεν αναγνωρίζει αυτή τη σκέψη ή γνωρίζει ότι δεν είναι αυτό): θυμώνω, τα βάζω με τον εαυτό μου, κατηγορώ τον εαυτό μου που είναι έτσι, που σκέφτηκε κάτι τέτοιο, θυμώνω με τον εαυτό μου γιατί μπορεί να είναι έτσι αλλά δεν το πιστεύω.
Η διαφοροποίηση ή η διατήρηση μιας σχετικής απόστασης ομοιάζει σαν μια διαδικασία αυτοπαρατήρησης με στόχο την αναγνώριση των στοιχείων του εαυτού και την επίγνωση αυτών. Το εγώ όμως μπροστά στη συνειδητοποίηση αυτών των σκέψεων βάζει σε λειτουργία το μηχανισμό της αυτοκριτικής και είναι αυτός που αναλαμβάνει να φιλτράρει το περιεχόμενο της σκέψης και να επιβάλλει τις σχετικές κυρώσεις. Η αρνητική σκέψη, ο ανιχνεύσιμος φόβος, η τραυματική εμπειρία ακρωτηριάζονται σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η αποκάλυψη στοιχείων του εγώ που θα είχαν ως συνέπεια την κατάρρευση. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν γίνεται χωρίς συναισθηματικό – ψυχολογικό κόστος που σε αρκετές περιπτώσεις γίνεται αισθητό ως βίωμα αδιεξόδου, ως αίσθηση παγίδευσης, ως συναίσθημα ενοχών. Το άτομο δηλαδή μετά από το αρχικό συναισθηματικό μούδιασμα, το αίσθημα άγχους, της αγωνίας (για το αν ισχύει το περιεχόμενο της σκέψης) και εφόσον επέλθει το φιλτράρισμα/κυρώσεις (λανθασμένα μέσω της αυτοκριτικής χωρίς στοιχεία επίγνωσης) βιώνει ένα διάχυτο ασαφές αίσθημα φόβου λόγω του ακρωτηριασμένου περιεχομένου της σκέψης και των πιθανών διακλαδώσεων που δημιουργήθηκαν στον ψυχισμό του.
Το εγώ μοιάζει να έχει «αλλεργικές αντιδράσεις» μπροστά στις προσπάθειες αυτοπαρατήρησης και αυτοανίχνευσης ενώ το άτομο τείνει λανθασμένα να επιχειρεί να το προσπελάσει επικαλούμενο την επίγνωση των στοιχείων του. Στην πραγματικότητα, το άτομο προσπαθεί να διαχειριστεί τις συναισθηματικές εξάρσεις και απομακρύνει τις ακρωτηρισμένες σκέψεις, τα προϊόντα των κυρώσεων της αυτοκριτικής.

Please follow and like us: