Η θεραπευτική προσέγγιση των ειδικών φοβιών βάσει του γνωσιακού συμπεριφοριστικού μοντέλου έχει ως στόχο τη μείωση των επιπέδων του άγχους όχι μόνο όταν το άτομο εκτίθεται στο φοβογόνο ερέθισμα ή κατάσταση αλλά και όταν αυτό δεν είναι παρόν (προσδοκητικό άγχος -anticipatory anxiety) καθώς και τη συχνότητα εφαρμογής της συμπεριφοράς αποφυγής.

Κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται μέσω της σταδιακής αντικατάστασης των δυσλειτουργικών σκέψεων που συνδέονται με την απειλή με πιο ρεαλιστικές σκέψεις που στηρίζονται στην αντικειμενική πραγματικότητα (Παπακώστας, 1994).

Ειδικότερα, η γνωσιακή αντιμετώπιση της ειδικής φοβίας προσανατολίζεται σε τέσσερις βασικούς άξονες, τους εξής: α) τη μείωση της υπερ-επαγρύπνησης του ατόμου που βιώνει τη φοβία, β) τη μείωση των συμπεριφορών ασφαλείας που χρησιμοποιούνται, γ) την αλλαγή του τρόπου αντίληψης της απειλής (εξάλειψη παρερμηνειών) και δ) την αντιμετώπιση της ίδιας της φοβίας από το άτομο (Westbrook et al., 2010).

Η μείωση της υπερ-επαγρύπνησης του φοβικού ατόμου και κατ’ επέκταση και του άγχους επιτυγχάνεται μέσα από τη χρήση συμπεριφοριστικών πειραμάτων.

Το άτομο εκπαιδεύεται με τη χρήση τεχνικών να μειώσει από τη μια πλευρά την εστίαση στην αντιλαμβανόμενη απειλή και από την άλλη να μειώσει και την επιλεκτική προσοχή σε σημάδια και ενδείξεις απειλής.

Παράλληλα, μέσα από αυτή τη διαδικασία το άτομο θα μπορέσει να αξιολογήσει γνωσιακά τις συνέπειες της μείωσης του χρόνου που καταναλώνεται ελέγχοντας ή αναμένοντας το χειρότερο.

Όσον αφορά στις συμπεριφορές ασφαλείας, αποτελούν βασικά κομμάτια του φαύλου κύκλου διαιώνισης της φοβίας καθώς από τη μια συντελούν στη διατήρηση της υπερ-επαγρύπνησης και από την άλλη αποκρύπτουν από το άτομο το παράλογο της φοβία του.

Η μείωση των συμπεριφορών ασφαλείας μπορεί να επιτευχθεί μέσα από το σχεδιασμό και την εφαρμογή σταδιακών συμπεριφορικών πειραμάτων.

Τα πειράματα αυτά έχουν διττό στόχο, από τη μια πλευρά προσπαθούν να μειώσουν τον αριθμό και τη συχνότητα εφαρμογής των συμπεριφορών ασφαλείας και από την άλλη μαθαίνουν στο άτομο να ελέγχει τις αγχώδεις προβλέψεις του περί βλάβης, καταστροφής και τις γνωσίες του περί αδυναμίας αντιμετώπισης της απειλής.

Δεδομένου ότι τα φοβικά άτομα δεν αντιδρούν μόνο σε αυτό που πραγματικά φοβούνται αλλά και σε αντικείμενα ή καταστάσεις τα οποία έχουν παρερμηνεύσει ως φοβογόνα, το γνωσιακό μοντέλο επιχειρεί να αναδομήσει και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η απειλή.

Καταρχάς, σε ένα πρώτο επίπεδο το μοντέλο προσπαθεί να καταστήσει σαφές πως η υπερ-επαγρύπνηση, το άγχος, οι αρνητικές προβλέψεις οδηγούν στη λανθασμένη αντίληψη και ερμηνεία των ερεθισμάτων και των καταστάσεων τα οποία με τη σειρά τους ευθύνονται για τη λανθασμένη πυροδότηση της φοβικής αντίδρασης σε φυσιολογικό και ψυχολογικό επίπεδο.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, επιχειρείται να μάθει το άτομο να επανεκτιμά καλύτερα τις καταστάσεις και να αποκεντρώνει την αντίληψη του από την αναζήτηση ενδείξεων και σημαδιών που συνδέονταν με το φοβογόνο ερέθισμα (Westbrook et al., 2010).

Η αντιμετώπιση της φοβίας από το ίδιο το άτομο σε αντιδιαστολή με τη μέχρι πρότινος συμπεριφορά αποφυγής, αποτελεί το σημαντικότερο στόχο της θεραπείας.

Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο εφαρμόζονται μια σειρά από τεχνικές που ενθαρρύνουν το άτομο να έρθει αντιμέτωπο με το φοβογόνο ερέθισμα.

Τέτοιες θεραπευτικές τεχνικές είναι η Συστηματική Απευαισθητοποίηση, η Ζωντανή Έκθεση, η Έκθεση στη Φαντασία, η Γνωσιακή Αναδόμηση, η τεχνική Νευρομυϊκής Χαλάρωσης, Εξάσκηση Χειρισμού του Άγχους, Μέθοδος Επίλυσης Προβλήματος (Μπουλουγούρης, 1996).

Όσον αφορά στην τεχνική της έκθεσης, τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα στις ειδικές φοβίες.

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας το άτομο παροτρύνεται από το θεραπευτή να πλησιάσει το φοβογόνο αντικείμενο ή κατάσταση και καλείται να παραμείνει σε αυτό ή σε επαφή με αυτό, έως το άγχος του μειωθεί περίπου στο μισό από ότι ήταν σε αρχικό επίπεδο.

Το άτομο δύναται μέσα από τη σταδιακή, ιεραρχημένη και παρατεταμένη έκθεση στη φοβογόνο κατάσταση να αντιληφθεί ότι οι συνέπειες που φοβάται στην πραγματικότητα δεν συμβαίνουν.

Το άτομο εξοικειώνεται με το φοβογόνο ερέθισμα, ενώ παράλληλα δοκιμάζονται οι γνωσίες του αναφορικά στον κίνδυνο, την απειλή και τη δυνατότητα αντιμετώπισης τους.

Τέλος, τίθεται σε αμφισβήτηση και η χρησιμότητα της συμπεριφοράς αποφυγής καθώς και των συμπεριφορών ασφαλείας (CARMHA, 2007).

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Μπουλουγούρης, Γ. (1996). Φοβίες και η αντιμετώπιση τους. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  2. Παπακώστας, Ι. (1994). Γνωσιακή ψυχοθεραπεία: Θεωρία και πράξη. Αθήνα: Ινστιτούτο Έρευνας της Συμπεριφοράς.
  3. CARMHA, (2007). Cognitive Behavioural Psychotherapy. Retrieved November, 02, 2011 from http://carmha.fhs.sfu.ca/publications/documents/CBTCoreInfo07-WEB.pdf
  4. Westbrook, D., Kennerley, H. & Kirk, J. (2010). Εισαγωγή στη Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία. Α. Καλαντζή-Αζίζι & Κ. Ευθυμίου (Επιμ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Please follow and like us: